Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μεταφράσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μεταφράσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 10 Νοεμβρίου 2009

Τέσσερα γαλλικά ποιήματα για το Φθινόπωρο

[Ανθολόγηση - Μετάφραση: Δέσποινα Καποδίστρια]


Φθινοπωρινό Τραγούδι

Οι μακρόσυρτοι λυγμοί
Των φθινοπωρινών
Βιολιών
Πληγώνουν την καρδιά μου
Με μια μονότονη
Ατονία.

Με ασφυξία
και χλομιασμένος, όταν
Χτυπάει η ώρα,
Θυμάμαι
Τις παλιές μέρες
Και κλαίω,

Και φεύγω
Στον κακό τον άνεμο
Που με παρασύρει
Εδώ κι εκεί,
Ίδιο με
Ξερόφυλλο.

[Paul Verlaine, Κρόνια ποιήματα, 1866]



Φθινόπωρο

Στην ομίχλη φεύγουν ένας χωρικός στραβοπόδης
Και το βόδι του αργά στην ομίχλη του Φθινόπωρου
Που κρύβει τους συνοικισμούς της φτώχειας και της ντροπής

Και σιγοτραγουδά μακραίνοντας ο χωρικός
Ένα τραγούδι αγάπης κι απιστίας
Για ένα δαχτυλίδι και για μια καρδιά που την ραγίζουν

Ω! Το Φθινόπωρο το Φθινόπωρο σκότωσε το Καλοκαίρι
Μες στην ομίχλη φεύγουν δυο γκρίζες σιλουέτες

[Guillaume Apollinaire, Αλκοόλ, 1913]



Καθαρός Ουρανός

Τον Οκτώβρη αυτόν, ο ήσυχος αέρας
είναι η στοά των ονείρων,
νομίζω αποτελειώνω
ένα έργο αδέξιο,

στεφανωμένος με χλωμή δυστυχία
είμαι όμορφος σαν ένα ρόδο,
το τελευταίο, το χειμωνιάτικο,
στο κατώφλι των μεταμορφώσεων.

Κάτω από το ράκος των εποχών
χτυπά η άτρωτη καρδιά
του αγνού παραλογισμού,
εάν φοβάμαι είμαι ένοχος,

κάθε μέρα ο ουρανός σβήνει
το σκίτσο των μυστικών μου,
είμαι παιχνιδάκι του χώρου
του γεμάτου ανήσυχα τέρατα.

[Henri Thomas, Σημάδι ζωής, 1944]



Φθινόπωρο

Έν’ άλογο σωριάζεται στη μέση μιας αλέας
Τα φύλλα πέφτουν πάνω του
Η αγάπη μας ανατριχιάζει
Κι ο ήλιος επίσης.

[Jacques Prévert, Κουβέντες, 1946]

Πέμπτη 30 Αυγούστου 2007

Μικρό ανθολόγιο Γαλλικής Ποίησης ΙΙ


[Σε περιμένω]

Δεν κοιμάμαι Τζώρτζια
Πετάω βέλη μες στη νύχτα Τζώρτζια
περιμένω Τζώρτζια
Η φωτιά είναι όπως το χιόνι Τζώρτζια
Η νύχτα είναι γειτόνισσά μου Τζώρτζια
Ακούω τους θορύβους όλους ανεξαιρέτως Τζώρτζια
βλέπω τον καπνό που ανεβαίνει και φεύγει Τζώρτζια
περπατώ αθόρυβα μες στη σκιά Τζώρτζια
τρέχω ορίστε ο δρόμος τα προάστια Τζώρτζια
Ορίστε μια πόλη που είναι η ίδια
και που δεν την ξέρω Τζώρτζια
βιάζομαι ορίστε ο άνεμος Τζώρτζια
και το κρύο και η σιωπή και ο φόβος Τζώρτζια
φεύγω Τζώρτζια
τρέχω Τζώρτζια
τα σύννεφα είναι χαμηλά θα πέσουν Τζώρτζια
απλώνω τα χέρια Τζώρτζια
δεν κλείνω τα μάτια Τζώρτζια
φωνάζω Τζώρτζια
κραυγάζω Τζώρτζια
φωνάζω Τζώρτζια
σε φωνάζω Τζώρτζια
Μήπως έρθεις Τζώρτζια
σε λίγο Τζώρτζια
Τζώρτζια Τζώρτζια Τζώρτζια
Τζώρτζια
δεν κοιμάμαι Τζώρτζια
σε περιμένω
Τζώρτζια

[Philippe Soupault, Τζώρτζια, 1926]


Ο φαροφύλακας αγαπάει πολύ τα πουλιά

Πουλιά κατά χιλιάδες πετούν προς τη φωτιά
κατά χιλιάδες πέφτουν κατά χιλιάδες χτυπούν
κατά χιλιάδες τυφλωμένα κατά χιλιάδες αναίσθητα
κατά χιλιάδες πεθαίνουν

Ο φύλακας δεν μπορεί ν' αντέξει τέτοια πράγματα
τ' αγαπάει πολύ τα πουλιά
λέει λοιπόν Δε βαριέσαι δε με νοιάζει!

Και τα σβήνει όλα

Μακριά ένα φορτηγό πλοίο βουλιάζει
ένα φορτηγό πλοίο ερχόμενο απ'τα νησιά
ένα φορτηγό πλοίο με πουλιά
χιλιάδες πουλιά των νησιών
χιλιάδες πνιγμένα πουλιά.

[Jacques Prévert, Ιστορίες, 1946]


Σ' όλες τις χώρες

Μεταξύ ζωής και θανάτου
σ' όλες τις χώρες
συμβαίνει μια κοπέλα
να γδύνεται για να φανεί
όταν φεύγει απ' το δωμάτιο
η ομορφιά της
αφήνει χώρο στην ηρεμία
καμιά φορά
τα χέρια αυτού που φοβάται το τέλος του
σπάζουν μες στο μαύρο της σιωπής
να συγκρατήσουν την ελπίδα.

[Jean Follain, Σύμφωνα μ' όλα, 1967]

[Ανθολόγηση - Μετάφραση: Δέσποινα Καποδίστρια]

Σάββατο 18 Αυγούστου 2007

Μικρό ανθολόγιο Γαλλικής Ποίησης Ι


Οι προσεγγίσεις της αγάπης και του φιλιού

Σταματά στην όχθη των ρυακιών Τραγουδά
Τρέχει Βγάζει μια κραυγή διαρκείας προς τον ουρανό
Το φουστάνι της είναι ανοιχτό πάνω στον παράδεισο
Είναι απόλυτα γοητευτική
Ταρακουνά ένα κλαδί πάνω από τα κυματάκια
Περνά με βραδύτητα το λευκό της χέρι στο καθαρό της μέτωπο
Ανάμεσα στα πόδια της τρέχουν οι νυφίτσες
Μες στο καπέλο της κάθεται το κυανό.

[Louis Aragon, Η αέναη κίνηση, 1925]



Φως

Μια μικρή πανάδα γυαλίζει ανάμεσα στα μάτια που ανοιγοκλείνουν. Το δωμάτιο είναι άδειο και τα παντζούρια ανοίγουν μες στη σκόνη. Είναι η μέρα που μπαίνει ή κάποια ανάμνηση που κάνει τα μάτια σου να κλαίνε. Το τοπίο του τοίχου –ο ορίζοντας από πίσω- η μνήμη σου σε αναταραχή κι ο ουρανός πιο κοντά τους. Υπάρχουν δέντρα και σύννεφα, κεφάλια που περνούν και χέρια πληγωμένα από το φως. Και μετά είναι μια κουρτίνα που πέφτει και τυλίγει όλα τα σχήματα μες στη νύχτα.

[Pierre Reverdy, Πλειοψηφία χρόνου, 1945]



Όντας υπόλογος

Βλέπω, ακούω, μιλάω
Βλέπω για τους μουγκούς
Ακούω για τους τυφλούς
Μιλάω για τους κωφούς

Ο κόσμος που είναι ο κόσμος
-Τυφλός, κωφός, μουγκός-
Πάω όπου μένω
Αλλά δεν τρέμω
πια

[Claude Sernet, Τα ξαναμετρημένα βήματα, 1962]


[Ανθολόγηση - Μετάφραση: Δέσποινα Καποδίστρια]

Σάββατο 4 Αυγούστου 2007

Τρία γαλλικά ποιήματα για το Καλοκαίρι


[Ανθολόγηση - Μετάφραση: Δέσποινα Καποδίστρια]

Η ακρογιαλιά με τη λευκή άμμο
Μπουντρούμια πύργων από άμμο
Πολεμίστρες της λησμονιάς
Πάντα όλα είναι ίδια
Κι όμως άλλαξαν όλα
Ήσουν γυμνή στον ήλιο
Ήσουν γυμνή κολύμπαγες
Τα βότσαλα με τη θάλασσα τυλίγονταν
Και πάντα πάντα θ’ ακούω
Το γλυκό ρεφρέν τους από πέτρες χαρούμενες
Το χαρούμενο ρεφρέν τους από βρεγμένες πέτρες
Σπαραγμένο ρεφρέν των διακοπών
Χαμένο στα κύματα της ανάμνησης
Σπαραγμένες αναμνήσεις της παιδικής ηλικίας
Καμένης ζωντανής απ’ την επιθυμία
Θαυμαστή ανάμνηση της παιδικής ηλικίας
Θαμπωμένης απ’ την ηδονή.

[Jacques Prévert, Ιστορίες, 1946]


Ήλιος
Ήλιος ανεύρετος
Ήλιος επανάληψη
Ήλιος πόνος
Ήλιος οπτασία της αυγής
Ήλιος ευρέτης
Ήλιος Ρωμαίος και Ιουλιέτα χωρισμένοι
Ήλιος προς το εσωτερικό
Ήλιος διάσταση
Ήλιος κοιλιά μαιάνδρων
Ήλιος επίμονος
Ήλιος μαύρο κρύσταλλο
Ήλιος ηλεκτρονική κάλπη
Ήλιος ατομική καρδιά
Ήλιος άρωμα κρασιού ξεθυμασμένο
Ήλιος του κεραυνοβόλου Ειρηνικού
Ήλιος γιουχαρισμένος από ανθρώπους δίχως τύχη
Ήλιος που έπεσε στα χέρια του Τζίμι Χέντριξ
Ήλιος – Κιόσκι
Ήλιος – Ίλιγγος
Ήλιος για πούλημα
Ήλιος για νοίκιασμα
Ήλιος εμπρηστής του θορύβου
Ήλιος – Δοτήρας
Ήλιος ερείπια ενέργειας
ΗΛΙΟΣ ΒΙΤΑΜΙΝΗ ΤΟ ΑΙΜΑ ΚΥΛΗΣΕ

[Claude Pélieu, Αυτό που λέει το στόμα του ίσκιου μέσα στο μπρούτζινο αστέρι ενός κεφαλιού, 1969.]


Νύχτα Καλοκαιριού

Ολόκληρη η πόλη μέσα στη νυχτερινή της βοή
Ξεχύνεται σε ηχητικά κύματα

Περνώντας από τα ψηλά παράθυρα του καύσωνα
Το μπάσο των ροκάδων υπόκωφα συνοδεύει
Το Salve Regina των Ολοκρατικών

Γέλια λόγια ασυνάρτητα ψιθυρίσματα
Βόμβοι και μακρόσυρτοι κρότοι

Μυρωδιές μυρωδιές δυνατές έως θανάτου
Σκόνες και στάχτες αποπνικτικές
Γύρεις ιπτάμενες και γάτοι περιπλανώμενοι

Οι γριούλες που βασανίζουμε και δολοφονούμε
Μες στα κλειστά δωμάτια
Μένουν κρυφές και κρυμμένες
Μέχρι το τέλος
Χωρίς καμιά αντιληπτή κραυγή
Μες στη μαύρη βροντώδη πόλη
Ταραχώδη νυχτερινά πανηγύρια
Αγόρια και κορίτσια διακρίνονται απ’ τη μυρωδιά
Μες στην κουφόβραση του καμινιού
Ο έρωτας και τα ναρκωτικά κυκλοφορούν
Κάτω απ’ το διαπεραστικό νέον
Κάτω απ’ τη σκοτεινή καμάρα των σοκακιών

Ενώ στον χωρίς φεγγάρι και ήλιο ουρανό
Σκοτεινοί μάντεις τούς υπόσχονται το τέλειο άστρο
Απολαύσεις και θάνατος μπερδεμένα σε μια μόνο λάμψη.

[Anne Hébert, Η μέρα δεν έχει ίσο παρά τη νύχτα, 1992]

Σάββατο 7 Ιουλίου 2007

Ζυλ Συπερβιέλ, Ναυάγιο


ΝΑΥΑΓΙΟ

Ένα τραπέζι πολύ κοντά, μια λάμπα πολύ μακριά
Που μες στον μανιασμένο αέρα δεν μπορούν να σμίξουν
Και μέχρι τον ορίζοντα μια έρημη ακρογιαλιά.
Ένας άνθρωπος στη θάλασσα σηκώνει το χέρι, φωνάζει: "Βοήθεια!"
Κι η ηχώ του απαντά: "Τι εννοείτε μ' αυτό;"

(Ζυλ Συπερβιέλ, Αποβάθρες, 1922)
Μετάφραση Δέσποινας Καποδίστρια

Δευτέρα 18 Ιουνίου 2007

Τρία ποιήματα του Ζυλ Συπερβιέλ

Εισαγωγή - Μετάφραση:
ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑ

[Εφημερίδα ΗΜΕΡΑ ΤΣΗ ΖΑΚΥΘΟΣ, 18.6.2007. φ. 3070, σ. 15]

Ο Γάλλος ποιητής, διηγηματογράφος και θεατρικός συγγραφέας Ζυλ Συπερβιέλ (Jules Supervielle) γεννήθηκε το 1884 στο Μοντεβιδέο της Ουρουγουάης από Γάλλους γονείς βασκικής καταγωγής. Πέθανε το 1960 στο Παρίσι, έχοντας ζήσει κατά διαστήματα, πότε στην Γαλλία και πότε στην Ουρουγουάη.
Στον χώρο των γραμμάτων πρωτοεμφανίστηκε το 1900, σε ηλικία μόλις δεκαέξι ετών, με την ποιητική συλλογή «Ομίχλες του παρελθόντος». Ακολούθησαν τα ποιητικά βιβλία «Σαν ιστιοφόρα» (1910), «Ποιήματα θλιμμένου χιούμορ» (1910), «Αποβάθρες» (1922), «Περιελίξεις» (1925), «Ο αθώος δεσμώτης» (1930), «Οι άγνωστοι φίλοι» (1934), «Ο μύθος του κόσμου» (1938), «Τα ποιήματα της άμοιρης Γαλλίας» (1942), «Επιλήσμων μνήμη» (1951), «Γεννήσεις» (1951), «Το τραγικό σώμα» (1959) κ. ά. Παράλληλα, ο Συπερβιέλ έγραψε τις νουβέλες «Ο άνθρωπος της πάμπας» (1923), «Κλέφτης παιδιών» (1926), «Η κιβωτός του Νώε» (1938), «Ο νέος της Κυριακής και των άλλων ημερών» (1955) και τα θεατρικά έργα «Η ωραία του δάσους» (1932) και «Μπολιβάρ» (1936).

Η ποίηση του Συπερβιέλ, μπορεί να μην επηρεάστηκε εμφανώς από τον υπερρεαλισμό, στηρίζεται ωστόσο στον ρέοντα ελεύθερο στίχο, στο λιτό και καθημερινό λεξιλόγιο, καθώς επίσης στις συνεχείς μεταλλαγές του χώρου και του χρόνου. Ο ίδιος ο ποιητής υποστήριζε: «Ποτέ δεν ασχολήθηκα με τους υπερρεαλιστές. Βρίσκω τον Μπρετόν περισσότερο ποιητή στην πρόζα, παρά στον στίχο. Όσον αφορά εμένα, είμαι αναρχικός στη γραφή μου αρχίζοντας κάθε ποίημα και κλασσικός όταν το τελειώνω».
Η γραφή του Συπερβιέλ επηρέασε βαθιά τα γαλλικά γράμματα, εξαιτίας του χυμώδους στίχου του, της δημιουργικής ειρωνείας που μεταχειρίζεται και της θεματογραφίας του, που συχνά περιστρέφεται γύρω από υπερφυσικά ζητήματα, σχιζοφρενικές κάποτε μεταμορφώσεις και ποιητικές περιγραφές της γενέτειράς του, μα και γενικότερα του νοτιοαμερικάνικου τοπίου των γκάουτσος και της πάμπας.


Αυλακιά στο νερό
Βλέπαμε την αυλακιά και καθόλου τη βάρκα
Γιατί από ’δω είχε περάσει η ευτυχία.

Είχαν κοιταχτεί στο βάθος των ματιών τους
Το αναμενόμενο τελικά ξέφωτο αντικρίζοντας

Όπου ελάφια μεγάλα μ’ όλη τους τη δριμύτητα έτρεχαν.
Στην αδάκρυτη αυτή χώρα οι κυνηγοί δεν εισχωρούσαν

Ήταν την επομένη, μετά από μια νύχτα κρύα,
Που τους αναγνωρίσαμε πνιγμένους απ’ αγάπη

Αλλ’ αυτό που μπορούσαμε να το νομίσουμε πόνο τους
Σινιάλο μάς έκανε να μην το πιστέψει κανείς.

Λίγο από το ιστίο τους κυμάτιζε ακόμα στον αέρα
Ολομόναχο, νομίζοντας τον άνεμο για την επιθυμία του,

Από τη βάρκα μακριά και απ’ τα κουπιά έρμαιο των κυμάτων.

[«Οι άγνωστοι φίλοι», 1934]

Alter Ego
Ένα ποντίκι ξεφεύγει
(Δεν είναι ένα)
Μια γυναίκα ξυπνά
(Πώς το ξέρεις;)
Και μια πόρτα που τρίζει
(Θα την λαδώσουμε το πρωί)
Δίπλα στον τοίχο της περίφραξης
(Ο τοίχος δεν υπάρχει πια)
Α! Δεν μπορώ να πω τίποτα
(Ε, ωραία, σκάσε!)
Δεν μπορώ να κινηθώ
(Περπατάς στο δρόμο)
Πού πηγαίνουμε λοιπόν;
(Αυτό ρωτάω κι εγώ)
Είμαι μόνος στη Γη
(Είμ’ εδώ δίπλα σου)
Μπορεί να είναι κανείς τόσο μόνος;
(Είμαι περισσότερο μόνος από ’σένα,
Εγώ βλέπω το πρόσωπό σου
Εμένα δε με είδε ποτέ κανείς).

[«Οι άγνωστοι φίλοι», 1934]

Στη λησμονιά του κορμιού μου
Στη λησμονιά του κορμιού μου
Και όλων αυτών που αγγίζει
Σε θυμάμαι,
Στην προσπάθεια ενός φοίνικα
Κοντά σε άγνωστες θάλασσες
Παρά τις τόσες αποστάσεις
Να που ανακαλύπτω
Όλο αυτό που σ’ αποτελούσε.
Και μετά σε ξεχνώ
Όσο πιο έντονα μπορώ
Σου δείχνω τι
Κάνω μέσα μου για να πεθάνω.
Και κλείνω τα μάτια
Για να σε δω να ξανάρχεσαι
Πιο μακριά απ’ τον εαυτό μου
Όπου παραλίγο να
Πεθάνεις, μονάχη.

[«Ο μύθος του κόσμου», 1938]

Πέμπτη 7 Ιουνίου 2007

Δέκα ποιήματα του Ζακ Πρεβέρ

Εισαγωγή - Μετάφραση - Σχόλια:
ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑ
[Αναδημοσίευση από τα Τετράμηνα, τχ. 76-81, Άνοιξη 2007, σ. 5947-5956]

Ο Γάλλος ποιητής και σεναριογράφος Ζακ Πρεβέρ (Jacques Prévert) γεννήθηκε στο Νεϊγύ-συρ-Σεν το 1900 και πέθανε στην Ομονβίλ-λα-Πτιτ το 1977. Κατά την περίοδο 1925-1929 εισχωρεί στον υπερρεαλιστικό κύκλο, αναπτύσσοντας φιλία με τους υπερρεαλιστές Αντρέ Μπρετόν, Λουί Αραγκόν, Ρομπέρ Ντεσνός και Υβ Τανγκύ. Από τον υπερρεαλισμό ο Πρεβέρ θα κρατήσει μόνο τα στοιχεία εκείνα, που σε συνδυασμό με τη ρομαντική του διάθεση, θα του επιτρέψουν να σκιαγραφήσει τον ποιητικό ρεαλισμό της εποχής του, προσπαθώντας συγχρόνως να ανανεώσει την προφορική λαϊκή ποίηση της Γαλλίας. Την περίοδο 1932-1936 συνεργάστηκε στα θεατρικά δρώμενα μιας ομάδας πολιτικά στρατευμένων συγγραφέων, ονομαζόμενης «Οκτώβρης». Ακολούθως έγραψε σενάρια και διαλόγους για γνωστές ταινίες του γαλλικού κινηματογράφου, όπως Το έγκλημα του κυρίου Λανζ (Le crime de M. Lange, 1935) του Ζαν Ρενουάρ, Γελοίο δράμα (Drôle de drame, 1937), Το λιμάνι των αποκλήρων (Quai des brumes, 1938), Ξημερώνει (Le jour se lève, 1939), Οι επισκέπτες της νύχτας (Les visiteurs du soir, 1942), Τα παιδιά του Παραδείσου (Les enfants du paradis, 1944) και Οι πόρτες της νύχτας (Les portes de la nuit, 1946) του Μαρσέλ Καρνέ. Το 1946 κυκλοφορούν δύο ποιητικές συλλογές του, πρώτα οι Κουβέντες (Paroles) και στη συνέχεια οι Ιστορίες (Histoires). Ακολουθούν οι συλλογές Θέαμα (Spectacle, 1951), Μεγάλος χορός της Άνοιξης (Grand bal du printemps, 1951), Η βροχή και η καλοκαιρία (La pluie et le beau temps, 1955), Κυκεώνας (Fatras, 1966, εικονογραφημένη με κολάζ του ίδιου του Πρεβέρ), Ιστορίες και άλλες ιστορίες (Histoires et d’autres histoires, 1963), Πράγματα και άλλα (Choses et autres, 1972), Εβδομαδιαία (Hebdomadaires, 1972) και Νυχτερινός ήλιος (Soleil de nuit, 1980, μετά θάνατον). Παράλληλα, πολλά ποιήματα του Πρεβέρ, όπως η «Μπαρμπαρά», μελοποιήθηκαν από τον συνθέτη Ζοζέφ Κοσμά, ερμηνεύτηκαν από γνωστούς καλλιτέχνες, όπως ο Υβ Μοντάν και η Ζυλιέτ Γκρεκό και αγαπήθηκαν από το διεθνές κοινό.

Η ποίηση του Ζακ Πρεβέρ διαμορφώνεται από την μποέμικη, άθεη, αντικληρικαλιστική και αναρχική στάση του για τη ζωή, καθώς επίσης και από το πηγαίο χιούμορ, την έντονη ειρωνεία και τον ανθρωπισμό του. Στα ποιήματά του ο Πρεβέρ καταδικάζει τον πόλεμο, την υποκρισία και την εκμετάλλευση. Ταυτόχρονα όμως, γίνεται τροβαδούρος του έρωτα, υμνεί την ειρήνη και συντάσσεται με τους απλούς λαϊκούς ανθρώπους. Ο παράγοντας που χαρακτηρίζει περισσότερο τα ποιήματά του είναι η καθημερινή ζωή, κάτι που υπογραμμίζεται και από τους ενδεικτικά καθημερινούς τίτλους των συλλογών του: Κουβέντες, Ιστορίες, Πράγματα και άλλα. Γι’ αυτό και η ποίηση του Πρεβέρ αποτελεί ύμνο στην καθημερινότητα που εκτυλίσσεται πότε σε μια πλατεία («Η Ωραία Εποχή», «Πλατεία Καρουζέλ») ή στον δρόμο («Μπαρμπαρά») και πότε σε ένα σπίτι μέσα στην μεγάλη πόλη («Πρώτη Μέρα»), στο νοσοκομείο («Το Μήνυμα») ή στο κοιμητήριο («Οικογενειακό»). Το γεγονός, όμως, ότι η ποίησή του είναι ποίηση της καθημερινότητας δε σημαίνει ότι πρόκειται για μια γραφή απλοϊκή. Αντιθέτως, η ανάλυση των ποιημάτων του Πρεβέρ αναδεικνύει πλούσια στιλιστική οργάνωση που έγκειται στα λογοπαίγνια, στις γρήγορα εναλλασσόμενες οπτικοακουστικές εικόνες, στις συνεχείς επαναλήψεις και στην έλλειψη σημείων στίξης. Στην αυτόματη γραφή του Πρεβέρ, η έντονη εικονοκλασία εκφράζεται με μεθόδους κινηματογραφικής φύσεως, όπως το φλας μπακ, ενώ ο πεζός λόγος μπερδεύεται μέσα στον ποιητικό και ο ελεύθερος στίχος εναλλάσσεται με τον ομοιοκατάληκτο.

Τα ποιήματα που ακολουθούν είναι όλα από την ποιητική συλλογή Κουβέντες (Paroles, εκδ. 1946) και δεν ανήκουν στα θυμωμένα αναρχικά ποιήματα του Πρεβέρ ούτε έχουν πολεμική διάθεση. Τουναντίον, καταγγέλλουν την αδικία με τρυφερότητα («Για Σένα αγάπη μου»), χαιρετίζουν τους εφήβους («Η Ωραία Εποχή»), τα παιδιά («Πρώτη Μέρα») και τους ερωτευμένους («Κινούμενες Άμμοι», «Μπαρμπαρά»), συμπαραστέκονται στους πληγωμένους («Πρωινό Γεύμα», «Η Ωραία Εποχή») και τραγουδούν την αγάπη («Paris at Night») και την ειρήνη («Οικογενειακό», «Μπαρμπαρά»).


Η ΩΡΑΙΑ ΕΠΟΧΗ

Νηστική χαμένη παγωμένη
Ολομόναχη άφραγκη
Μια κοπέλα δεκάξι χρόνων
Ακίνητη όρθια
Πλατεία Ομονοίας
Μεσημέρι Δεκαπενταύγουστου.

٭

ΓΙΑ ΣΕΝΑ ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ

Πήγα στην αγορά με τα πουλιά
Κι αγόρασα πουλιά
Για σένα
αγάπη μου
Πήγα στην αγορά με τα λουλούδια
Κι αγόρασα λουλούδια
Για σένα
αγάπη μου
Πήγα στην αγορά με τα σιδερικά
Κι αγόρασα αλυσίδες
Βαριές αλυσίδες
Για σένα
αγάπη μου
Και μετά πήγα στην αγορά με τους σκλάβους
Και σ’ έψαξα
Αλλά δε σε βρήκα
αγάπη μου

٭

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ

Η μητέρα πλέκει
Ο γιος πολεμά
Το βρίσκει πολύ φυσικό η μητέρα
Και ο πατέρας τι κάνει ο πατέρας;
Κάνει επιχειρήσεις
Η γυναίκα του πλέκει
Ο γιος του πολεμά
Αυτός επιχειρήσεις
Το βρίσκει πολύ φυσικό ο πατέρας
Και ο γιος και ο γιος
Τι βρίσκει ο γιος;
Δε βρίσκει τίποτα απολύτως τίποτα ο γιος
Ο γιος η μητέρα του πλέκει ο πατέρας του επιχειρήσεις αυτός πόλεμο
Όταν θα έχει τελειώσει ο πόλεμος
Θα κάνει επιχειρήσεις με τον πατέρα του
Ο πόλεμος συνεχίζεται η μητέρα συνεχίζει πλέκει
Ο πατέρας συνεχίζει κάνει επιχειρήσεις
Ο γιος σκοτώθηκε δε συνεχίζει πια
Ο πατέρας και η μητέρα πηγαίνουν στο νεκροταφείο
Το βρίσκουν πολύ φυσικό ο πατέρας και η μητέρα
Η ζωή συνεχίζεται η ζωή με το πλεκτό τον πόλεμο τις επιχειρήσεις
Οι επιχειρήσεις ο πόλεμος το πλεκτό ο πόλεμος
Οι επιχειρήσεις οι επιχειρήσεις και οι επιχειρήσεις
Η ζωή με το νεκροταφείο.

٭

ΠΡΩΙΝΟ ΓΕΥΜΑ

Έβαλε τον καφέ
Στο φλιτζάνι
Έβαλε το γάλα
Στο φλιτζάνι με τον καφέ
Έβαλε τη ζάχαρη
Στον καφέ με το γάλα
Με το κουταλάκι
Γύρισε
Ήπιε τον καφέ με το γάλα
Και ξανάφησε το φλιτζάνι
Χωρίς να μου μιλήσει
Άναψε
Ένα τσιγάρο
Έκανε δαχτυλίδια
Με τον καπνό
Έβαλε τις στάχτες
Στο τασάκι
Χωρίς να μου μιλήσει
Χωρίς να με κοιτάξει
Σηκώθηκε
Έβαλε
Το καπέλο του στο κεφάλι του
Έβαλε
Το αδιάβροχό του
Γιατί έβρεχε
Κι έφυγε
Μέσα στη βροχή
Χωρίς μια κουβέντα
Χωρίς να με κοιτάξει
Και ’γω πήρα
Το κεφάλι μου μέσα στα χέρια
Κι έκλαψα.

٭

ΚΙΝΟΥΜΕΝΗ ΑΜΜΟΣ

Δαιμόνια και θαύματα
Άνεμοι και παλίρροιες
Η θάλασσα αποτραβήχτηκε ήδη μακριά
Κι εσύ
Σαν ένα φύκι απαλά χαϊδεμένο απ’ τον άνεμο
Στην άμμο του κρεβατιού δε βρίσκεις ησυχία καθώς ονειρεύεσαι
Δαιμόνια και θαύματα
Άνεμοι και παλίρροιες
Η θάλασσα αποτραβήχτηκε ήδη μακριά
Αλλά μέσα στα μισόκλειστά σου μάτια
Έμειναν δυο μικρά κύματα
Δαιμόνια και θαύματα
Άνεμοι και παλίρροιες
Δυο μικρά κύματα για να με πνίξουν.

٭

ΠΡΩΤΗ ΜΕΡΑ

Λευκά σεντόνια μέσα σε μια ντουλάπα
Κόκκινα σεντόνια πάνω σ’ ένα κρεβάτι
Ένα παιδί μέσα στη μάνα του
Η μάνα του μέσα στις ωδίνες
Ο πατέρας μέσα στο διάδρομο
Ο διάδρομος μέσα στο σπίτι
Το σπίτι μέσα στην πόλη
Η πόλη μέσα στη νύχτα
Ο θάνατος μέσα σε μια κραυγή
Και το παιδί μέσα στη ζωή.

٭

ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ

Η πόρτα που κάποιος άνοιξε
Η πόρτα που κάποιος ξανάκλεισε
Η καρέκλα που κάποιος κάθισε
Ο γάτος που κάποιος χάιδεψε
Το φρούτο που κάποιος δάγκωσε
Το γράμμα που κάποιος διάβασε
Η καρέκλα που κάποιος έριξε
Η πόρτα που κάποιος άνοιξε
Ο δρόμος που κάποιος ακόμα τρέχει
Το δάσος που κάποιος διασχίζει
Το ποτάμι που κάποιος ρίχνεται
Το νοσοκομείο που κάποιος πέθανε.

٭

PARIS AT NIGHT

Τρία σπίρτα αναμμένα ένα ένα μέσα στη νύχτα
Το πρώτο για να δω ολόκληρο το πρόσωπό σου
Το δεύτερο για να δω τα μάτια σου
Το τρίτο για να δω το στόμα σου
Κι ολόκληρη η σκοτεινιά για να μου θυμίζει όλο αυτό
Σφίγγοντάς σε στην αγκαλιά μου.

٭

ΜΠΑΡΜΠΑΡΑ

Θυμήσου Μπαρμπαρά
Έβρεχε χωρίς σταματημό στη Βρέστη εκείνη την ημέρα
Και περπατούσες χαμογελαστή
Χαρούμενη ευτυχισμένη μουσκεμένη
Μέσα στη βροχή
Θυμήσου Μπαρμπαρά
Έβρεχε χωρίς σταματημό στη Βρέστη
Και σε συνάντησα στην οδό Σιάμ
Χαμογελούσες
Κι εγώ χαμογελούσα
Θυμήσου Μπαρμπαρά
Εσένα που δεν σε ήξερα
Εσύ που δεν με ήξερες
Θυμήσου
Θυμήσου εκείνη την ημέρα
Μην ξεχνάς
Ένας άντρας προφυλαγόταν κάτω από ένα πρόθυρο
Και φώναξε το όνομά σου
Μπαρμπαρά
Κι έτρεξες προς το μέρος του μέσα στη βροχή
Μουσκεμένη ευτυχισμένη χαρούμενη
Και ρίχτηκες στην αγκαλιά του
Θυμήσου τό Μπαρμπαρά
Και μη μου θυμώνεις αν σου μιλάω στον ενικό
Μιλάω στον ενικό σε όλους όσους αγαπώ
Ακόμα κι αν δεν τους έχω δει παρά μια μόνη φορά
Μιλάω στον ενικό σε όλους όσους αγαπιούνται
Ακόμα κι αν δεν τους ξέρω
Θυμήσου Μπαρμπαρά
Μην ξεχνάς
Αυτήν την ήρεμη κι ευτυχισμένη βροχή
Πάνω στο ευτυχισμένο πρόσωπό σου
Πάνω σ’ αυτήν την ευτυχισμένη πόλη
Αυτήν τη βροχή πάνω στη θάλασσα
Πάνω απ’ τον ναύσταθμο
Πάνω απ’ το πλοίο τ’ Ουεσάν[1]
Ω Μπαρμπαρά
Τι σαχλαμάρα ο πόλεμος
Τι απέγινες τώρα
Μέσα σ’ αυτή τη βροχή σίδερου
Φωτιάς ατσαλιού και αίματος
Κι αυτός που σ’ έσφιγγε στην αγκαλιά του
Ερωτευμένα
Μήπως είναι νεκρός εξαφανισμένος ή ακόμα ακόμα ζωντανός
Ω Μπαρμπαρά
Βρέχει χωρίς σταματημό στη Βρέστη
Όπως έβρεχε πριν
Αλλά δεν είναι το ίδιο κι όλα καταστράφηκαν
Είναι μια πένθιμη βροχή τρομερή και λυπητερή
Δεν είναι πια η καταιγίδα
Φωτιάς ατσαλιού αίματος
Απλών νεφελωμάτων
Που ψοφάνε σαν τα σκυλιά
Σκυλιά που εξαφανίζονται
Στα νερά της Βρέστης
Και πάνε να σαπίσουν μακριά
Μακριά πολύ μακριά απ΄ τη Βρέστη
Που απ’ αυτήν δεν μένει πια τίποτα.

[1] Ουεσάν, βραχώδης νήσος βορειοδυτικά της Βρέστης, το δυτικότερο σημείο της Γαλλίας. Εκεί κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου υπήρξε ναύσταθμος, όπου τα γερμανικά στρατεύματα κατασκεύαζαν τα πλοία τους.


٭

ΠΛΑΤΕΙΑ ΚΑΡΟΥΖΕΛ

Πλατεία Καρουζέλ
προς το τέλος μιας ωραίας καλοκαιρινής ημέρας
το αίμα ενός αλόγου
χτυπημένου και ξεζεμένου
έτρεχε
στο πλακόστρωτο
Και το άλογο ήταν εκεί
όρθιο
ακίνητο
στα τρία πόδια
Και το άλλο πόδι πληγωμένο
πληγωμένο και ξεριζωμένο
κρεμόταν
Δίπλα ακριβώς
όρθιος
ακίνητος
βρισκόταν ο αμαξάς
και μετά το αμάξι επίσης ακίνητο
άχρηστο όπως ένα σπασμένο ρολόι
Και το άλογο σώπαινε
το άλογο δεν παραπονιόταν
το άλογο δεν χλιμίντριζε
ήταν εκεί
περίμενε
κι ήταν τόσο όμορφο τόσο θλιμμένο τόσο απλό
και τόσο λογικό
που δεν ήταν δυνατόν να συγκρατήσει τα δάκρυά του

Ω
χαμένοι κήποι
ξεχασμένες κρήνες
ηλιόλουστα λιβάδια
ω πόνε
λαμπρότητα και μυστήριο της εναντιότητας
αίμα και φέγγη
χτυπημένη ομορφιά
Αδελφοσύνη.