Δευτέρα, 18 Ιουνίου 2007

Τρία ποιήματα του Ζυλ Συπερβιέλ

Εισαγωγή - Μετάφραση:
ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑ

[Εφημερίδα ΗΜΕΡΑ ΤΣΗ ΖΑΚΥΘΟΣ, 18.6.2007. φ. 3070, σ. 15]

Ο Γάλλος ποιητής, διηγηματογράφος και θεατρικός συγγραφέας Ζυλ Συπερβιέλ (Jules Supervielle) γεννήθηκε το 1884 στο Μοντεβιδέο της Ουρουγουάης από Γάλλους γονείς βασκικής καταγωγής. Πέθανε το 1960 στο Παρίσι, έχοντας ζήσει κατά διαστήματα, πότε στην Γαλλία και πότε στην Ουρουγουάη.
Στον χώρο των γραμμάτων πρωτοεμφανίστηκε το 1900, σε ηλικία μόλις δεκαέξι ετών, με την ποιητική συλλογή «Ομίχλες του παρελθόντος». Ακολούθησαν τα ποιητικά βιβλία «Σαν ιστιοφόρα» (1910), «Ποιήματα θλιμμένου χιούμορ» (1910), «Αποβάθρες» (1922), «Περιελίξεις» (1925), «Ο αθώος δεσμώτης» (1930), «Οι άγνωστοι φίλοι» (1934), «Ο μύθος του κόσμου» (1938), «Τα ποιήματα της άμοιρης Γαλλίας» (1942), «Επιλήσμων μνήμη» (1951), «Γεννήσεις» (1951), «Το τραγικό σώμα» (1959) κ. ά. Παράλληλα, ο Συπερβιέλ έγραψε τις νουβέλες «Ο άνθρωπος της πάμπας» (1923), «Κλέφτης παιδιών» (1926), «Η κιβωτός του Νώε» (1938), «Ο νέος της Κυριακής και των άλλων ημερών» (1955) και τα θεατρικά έργα «Η ωραία του δάσους» (1932) και «Μπολιβάρ» (1936).

Η ποίηση του Συπερβιέλ, μπορεί να μην επηρεάστηκε εμφανώς από τον υπερρεαλισμό, στηρίζεται ωστόσο στον ρέοντα ελεύθερο στίχο, στο λιτό και καθημερινό λεξιλόγιο, καθώς επίσης στις συνεχείς μεταλλαγές του χώρου και του χρόνου. Ο ίδιος ο ποιητής υποστήριζε: «Ποτέ δεν ασχολήθηκα με τους υπερρεαλιστές. Βρίσκω τον Μπρετόν περισσότερο ποιητή στην πρόζα, παρά στον στίχο. Όσον αφορά εμένα, είμαι αναρχικός στη γραφή μου αρχίζοντας κάθε ποίημα και κλασσικός όταν το τελειώνω».
Η γραφή του Συπερβιέλ επηρέασε βαθιά τα γαλλικά γράμματα, εξαιτίας του χυμώδους στίχου του, της δημιουργικής ειρωνείας που μεταχειρίζεται και της θεματογραφίας του, που συχνά περιστρέφεται γύρω από υπερφυσικά ζητήματα, σχιζοφρενικές κάποτε μεταμορφώσεις και ποιητικές περιγραφές της γενέτειράς του, μα και γενικότερα του νοτιοαμερικάνικου τοπίου των γκάουτσος και της πάμπας.


Αυλακιά στο νερό
Βλέπαμε την αυλακιά και καθόλου τη βάρκα
Γιατί από ’δω είχε περάσει η ευτυχία.

Είχαν κοιταχτεί στο βάθος των ματιών τους
Το αναμενόμενο τελικά ξέφωτο αντικρίζοντας

Όπου ελάφια μεγάλα μ’ όλη τους τη δριμύτητα έτρεχαν.
Στην αδάκρυτη αυτή χώρα οι κυνηγοί δεν εισχωρούσαν

Ήταν την επομένη, μετά από μια νύχτα κρύα,
Που τους αναγνωρίσαμε πνιγμένους απ’ αγάπη

Αλλ’ αυτό που μπορούσαμε να το νομίσουμε πόνο τους
Σινιάλο μάς έκανε να μην το πιστέψει κανείς.

Λίγο από το ιστίο τους κυμάτιζε ακόμα στον αέρα
Ολομόναχο, νομίζοντας τον άνεμο για την επιθυμία του,

Από τη βάρκα μακριά και απ’ τα κουπιά έρμαιο των κυμάτων.

[«Οι άγνωστοι φίλοι», 1934]

Alter Ego
Ένα ποντίκι ξεφεύγει
(Δεν είναι ένα)
Μια γυναίκα ξυπνά
(Πώς το ξέρεις;)
Και μια πόρτα που τρίζει
(Θα την λαδώσουμε το πρωί)
Δίπλα στον τοίχο της περίφραξης
(Ο τοίχος δεν υπάρχει πια)
Α! Δεν μπορώ να πω τίποτα
(Ε, ωραία, σκάσε!)
Δεν μπορώ να κινηθώ
(Περπατάς στο δρόμο)
Πού πηγαίνουμε λοιπόν;
(Αυτό ρωτάω κι εγώ)
Είμαι μόνος στη Γη
(Είμ’ εδώ δίπλα σου)
Μπορεί να είναι κανείς τόσο μόνος;
(Είμαι περισσότερο μόνος από ’σένα,
Εγώ βλέπω το πρόσωπό σου
Εμένα δε με είδε ποτέ κανείς).

[«Οι άγνωστοι φίλοι», 1934]

Στη λησμονιά του κορμιού μου
Στη λησμονιά του κορμιού μου
Και όλων αυτών που αγγίζει
Σε θυμάμαι,
Στην προσπάθεια ενός φοίνικα
Κοντά σε άγνωστες θάλασσες
Παρά τις τόσες αποστάσεις
Να που ανακαλύπτω
Όλο αυτό που σ’ αποτελούσε.
Και μετά σε ξεχνώ
Όσο πιο έντονα μπορώ
Σου δείχνω τι
Κάνω μέσα μου για να πεθάνω.
Και κλείνω τα μάτια
Για να σε δω να ξανάρχεσαι
Πιο μακριά απ’ τον εαυτό μου
Όπου παραλίγο να
Πεθάνεις, μονάχη.

[«Ο μύθος του κόσμου», 1938]

Δεν υπάρχουν σχόλια: