Τετάρτη, 24 Οκτωβρίου 2007

Υπαίθρια έκθεση φωτογραφίας του Steve McCurry




Γαλλία. Κέντρο της πόλης Ρεν. Υπαίθρια έκθεση Φωτογραφίας του Steve McCurry’s, γνωστού από τις εξαίρετες φωτό του στο National Geographic.

Παρασκευή, 19 Οκτωβρίου 2007

Οι βροχερές μέρες της Ρεν

Αυτή την εποχή στη Ρεν βρέχει διαρκώς, λίγο ή πολύ, με μικρά διαλείμματα. Αυτή την ατμόσφαιρα αποδίδουν οι φωτογραφίες που ακολουθούν, από το Πανεπιστήμιο Rennes 1 και από τη Φοιτητική Εστία στο Villejean , όπου διαμένω.



Μαθαίνοντας κέλτικους χορούς



Η ξενιτιά τέχνες κατεργάζεται... Γι' αυτό κι εγώ είπα, ν' αξιοποιήσω δημιουργικά την παραμονή μου στη Ρεν. Εκτός, λοιπόν, από την Ιστορία της Τέχνης, θέλησα να δω ή και να μάθω την τέχνη των τοπικών - παραδοσιακών χορών της Βρετάνης. Από αυτές τις αναζητήσεις προέρχονται οι παραπάνω φωτογραφίες. Προειδοποιώ: Δεν φαίνομαι πουθενά! Απλώς φωτογραφίζω!!!...

Πέμπτη, 18 Οκτωβρίου 2007

Τετάρτη, 17 Οκτωβρίου 2007

Πρώτες φωτοεντυπώσεις από το ιστορικό κέντρο της Ρεν

Η πόλη Ρεν (Rennes) είναι χτισμένη στη συμβολή των ποταμών Ιλ και Βιλαίν, πρωτεύουσα της Βρετάνης, έχει πλούσια πολιτισμική κληρονομιά κι έντονο αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον.
Κατά τον Μεσαίωνα, η πόλη γνώρισε μεγάλη ευημερία, παρά τους πολέμους για την διαδοχή στον θρόνο της Βρετάνης. Οι Δούκες της Βρετάνης έκαναν τη Ρεν διοικητικό κέντρο, όπου, μετά την ένωση της Βρετάνης με την υπόλοιπη Γαλλία το 1532, χτίστηκε το περίφημο Κοινοβούλιο της Βρετάνης (le Parlement de Bretagne).
Τη νύχτα της 21ης Δεκεμβρίου 1720, ξέσπασε στη Ρεν μια πυρκαγιά που έκαιγε επί μία εβδομάδα κι έκαψε όλο το κέντρο της πόλης. Οι αρχιτέκτονες Ρομπελάν (Robelin) και Γκαμπριέλ (Gabriel) έχτισαν την καινούργια πόλη, σύμφωνα με τα πρότυπα του 18ου αιώνα.










Τρίτη, 9 Οκτωβρίου 2007

Σαράντα χρόνια χωρίς τον Τσε Γκεβάρα



Νίκου Καββαδία
GUEVARA

Ήτανε ντάλα μεσημέρι κι έδειξε μεσάνυχτα.
Έλεγε η μάνα του παιδιού: "Καμάρι μου, κοιμήσου".
Όμως τα μάτια μείνανε του καθενός ορθάνοιχτα
τότε που η ώρα ζύγιαζε με ατσάλι το κορμί σου.

Λεφούσι ο άσπρος μέρμηγκας, σύννεφο η μαύρη ακρίδα.
Όμοια με τις Μανιάτισσες μοιρολογούν οι Σχόλες.
Λάκισε ο φίλος, ο αδερφός. Πού μ' είδες και πού σ' είδα;
Φυλάει το αλώνι ο Σφακιανός κι ο Αρίδα την κορίδα.

Ποιος το 'λεγε, ποιος το 'λπιζε και ποιος να το βαστάξει.
Αλάργα φεύγουν τα πουλιά και χάσαν τη λαλιά τους.
Θερίζουν του προσώπου σου το εβένινο μετάξι
νεράιδες και το υφαίνουνε να δέσουν τα μαλλιά τους.

Πάνθηρας ακουρμάζεται, θωράει και κοντοστέκει.
Γλείφει τα ρόδα απ' τις πληγές, μεθάει και δυναμώνει.
Ξέρασε η γη τα σπλάχνα της και πήδησαν δαιμόνοι.
Σφυρί βαράει με δύναμη, μένει βουβό το αμόνι.

Πυγολαμπίδες παίζουνε στα μάτια τ' ανοιχτά.
Στ' όμορφο στόμα σου κοιμήθηκε ένας γρύλος.
Πέφτει απ' τα χείλη σου, που ακόμα είναι ζεστά,
ένα σβησμένο cigarillos.

Τ' όνειρο πάει με τον καπνό στον ουρανό,
έσμιξε πια με το καράβι του συννέφου.
Το φως γεννιέται από παντού μα είναι αχαμνό
και τα σκοτάδια το ξεγνέθουν και σου γνέφουν.

Χοσέ Μαρτί, (Κόνδορας πάει και χαμηλώνει,
περηφανεύεται, ζυγιάζεται, θυμάται.
Με τα φτερά του θα σκοτείνιαζ' ένα αλώνι.)
απόψε οι δυο συντροφιαστοί θα πιείτε μάτε.

Φτάνει ο Μπολίβαρ καβαλώντας το σαϊτάρι.
Παραμονεύει ορθή κουλέμπρα γκαστρωμένη.
Βότανα τρίβει η Περουβάνα σε μορτάρι
και μασουλάει φαρμακωμένο μανιτάρι.

Του Λόρκα η κόκκινη φοράδα χλιμιντράει,
μ' αυτός μπλεγμένος στα μετάξινα δεσμά του.
Μακρύ κιβούρι με τον πέτρινο κασμά του
σενιάρει ο φίλος και στο μπόι σου το μετράει.

Γέροντας ναύτης με τα μούτρα πισσωμένα
βάρκα φορτώνει με την πιο φτηνή πραμάτεια.
Έχει τα χέρια από καιρό ψηλά κομμένα.
Κι ήθελε τόσο να σου σφάλαγε τα μάτια.