Κυριακή, 23 Δεκεμβρίου 2007

Ο Ούγος Φώσκολος, η Ιταλία και η Γαλλική Επανάσταση

[Της Δέσποινας Καποδίστρια.
Αναδημοσίευση από το περιοδικό Επτανησιακά Φύλλα 27 (2007) 761-770]

Πρακτικά Ημερίδας, Πανεπιστήμιο Σταντάλ (Γκρενόμπλ 3), 27 Μαρτίου 2002

Το 2004 κυκλοφόρησαν από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις της Γκρενόμπλ (PUG: Presses Universitaires de Grenoble), στη σειρά εκδόσεων του Μουσείου της Γαλλικής Επανάστασης της Βιζίλ της Γαλλίας (coll. Musée de la Révolution française, Vizille), τα Πρακτικά της Ημερίδας μελετών με θέμα «Ο Ούγος Φώσκολος, η Ιταλία και η Γαλλική Επανάσταση», η οποία πραγματοποιήθηκε στο Πανεπιστήμιο Σταντάλ (Γκρενόμπλ 3), την 27η Μαρτίου 2002. Η ημερίδα αυτή οργανώθηκε από την Ομάδα Μελετών και Ερευνών για τον Ιταλικό Πολιτισμό (GERCI) και το Ιταλικό Πολιτισμικό Ινστιτούτο της Γκρενόμπλ, σε συνεργασία με το Κέντρο Ερεύνης της Ιστορίας της Ιταλίας και των Αλπικών Χωρών (CRHIPA) και με την υποστήριξη του Μουσείου της Γαλλικής Επανάστασης στην Βιζίλ.
Πρόκειται για μια δίγλωσση (γαλλο-ιταλική) και καλοτυπωμένη έκδοση, 184 σελίδων, όπου παρατίθενται οι έξι εισηγήσεις της ημερίδας, συγκεντρωθείσες από τον Έντσο Νέπι, καθηγητή της Σύγχρονης Ιταλικής Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Σταντάλ (Γκρενόμπλ 3) και διευθυντή του GERCI. Εκτός από κείμενα του ίδιου του Νέπι, στα Πρακτικά ανθολογούνται και τα κείμενα των: α) Ζιλ Μπερτράν, καθηγητή της Σύγχρονης Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Πιέρ Μαντές (Γκρενόμπλ 2) και διευθυντή του CRHIPA, β) Ξαβιέ Ταμπέ, υφηγητή της Ιταλικής Γλώσσας στο Πανεπιστήμιο Παρίσι 8, γ) Μαρία Αντονιέτα Τερτσόλι, καθηγήτριας της Ιταλικής Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο της Βασιλείας, δ) Κριστιάν ντελ Βέντο, διδάκτορα Φιλολογίας της Ανώτατης Παιδαγωγικής Ακαδημίας της Πίζας και ε) Πιεραντόνιο Φράρε, καθηγητή της Σύγχρονης Ιταλικής Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο της Πιατσέντσα και εκδότη του περιοδικού Τέστο.
Στη συνέχεια, παρουσιάζουμε μεταφρασμένες στην ελληνική, τις περιλήψεις των έξι εισηγήσεων:

Ζιλ Μπερτράν και Έντσο Νέπι, «Η [Γαλλική] Επανάσταση και η Ιταλία στα χρόνια του Φώσκολου: χρονολογικό σχεδίασμα», [Gilles Bertrand et Enzo Neppi, «La Révolution et l’Italie au temps de Foscolo: esquisse chronologique»]

Στο χρονολόγιο αυτό παρουσιάζονται παράλληλα:
1) Τα σημαντικότερα γεγονότα στην Γαλλία και την Ευρώπη από την 5.5.1789, οπότε και η Συνέλευση των Τάξεων στις Βερσαλλίες μέχρι και την 5.5.1821, ημέρα του θανάτου του Ναπολέοντα στο νησί της Αγίας Ελένης.
2) Τα κυριότερα γεγονότα στην Ιταλία ξεκινώντας από τον Οκτώβριο του 1789, εποχή κατά την οποία ο Φίλιππος Μπουοναρότι εξορίστηκε στην Κορσική, και καταλήγοντας στον Απρίλιο του 1821 όταν τα Αυστριακά στρατεύματα επέβαλαν την τάξη στο Πιεδεμόντιο και τη Νάπολη, μετά την εξέγερση του Πιεδεμόντιου.
3) Οι σημαντικότεροι σταθμοί στη ζωή του Φώσκολου από τη γέννησή του στη Ζάκυνθο την 6.2.1778 μέχρι και τη μεταφορά των οστών του από το κοιμητήριο Σίσγουικ της Αγγλίας στην εκκλησία του Τιμίου Σταυρού στη Φλωρεντία την 24.6.1871.

Ξαβιέ Ταμπέ, «Ο Φώσκολος και η βενετική επανάσταση», [Xavier Tabet, «Foscolo et la Révolution vénitienne»]

Το άρθρο, αφού παρουσιάσει συνθετικά τα περιστατικά της πτώσης της Βενετικής Δημοκρατίας (Μάρτιος 1797) και αφού θυμίσει τις θεμελιώδεις στιγμές της ιστοριογραφικής αντιπαράθεσης σχετικά με την «ιακωβινική τριετία» (1796-1799), ασχολείται με τα κείμενα και τις φωσκολιανές παρεμβάσεις κατά τη διάρκεια της περιόδου του Βενετικού Δήμου (Μάρτιος – Οκτώβριος 1797). Για τον νεαρό «ιακωβίνο» προέχει να διακόψει από το αριστοκρατικό παρελθόν της Βενετίας και από τα διεφθαρμένα ήθη της, για να «αναγεννήσει» το κράτος της αρχαίας δημοκρατίας και να ξαναβρεί τις δημοκρατικές του προελεύσεις. Στη συνέχεια, μεγαλώνει προοδευτικά ο σκεπτικισμός του Φώσκολου σχετικά με τον προορισμό της Ιταλίας και σκιαγραφείται στη σκέψη του – μέσω της μελέτης των έργων του Μακιαβέλι και του Χομπς και μέσω της μελέτης σχετικά με την «ισχύ» στην ιστορία – μια επαναξιολόγηση της ιστορίας και των θεσμών της αρχαίας, αριστοκρατικής δημοκρατίας. Αυτή η εξέλιξη κι αυτός ο θαυμασμός που αυξάνονται από το παρελθόν της Γαληνοτάτης δεν είναι αποτελέσματα της απάρνησης των δημοκρατικών ιδεών, «εμπνευσμένων από τη Γαλλική Επανάσταση», αλλά θα συνδεθούν με τις σκέψεις για την «υποτέλεια της Ιταλίας» και για την αδύνατη «ελευθερία της Ιταλίας», κυρίως μετά το 1815. Το άρθρο κλείνει με την παράθεση «βενετσιάνικων» κειμένων και σχεδίων των ετών της εξορίας στην Αγγλία, όταν ο Φώσκολος στο τέλος του δοκιμίου του σχετικά με την Ιστορία του δημοκρατικού Συντάγματος της Βενετίας, ανήγγειλε τη δημοσίευση μιας ιστορίας της Ιεράς Εξέτασης του Βενετικού κράτους που με αντίθετο στο ρεύμα σεβασμό προς τον «μαύρο θρύλο» της «ρομαντικής» ιστοριογραφίας θα είχε αποκαταστήσει το διάσημο και αμφισβητούμενο Δικαστήριο.

Μαρία Αντονιέτα Τερτσόλι, «Ο νεαρός Φώσκολος στην Μπολόνια μεταξύ 1797 και 1799: προτάσεις μιας συνωμοσίας», [Maria Antonietta Terzoli, «Il giovane Foscolo a Bologna tra il 1797 e il 1799: suggestioni di una congiura»]

Το καλοκαίρι του 1799, κυκλοφόρησε στην Μπολόνια ένας μικρός ανώνυμος τόμος, τιτλοφορούμενος Τελευταίες επιστολές του Τζιάκοπο Όρτις, φέροντας τον ίδιο τίτλο και πραγματευόμενο, μερικώς, την ίδια ιστορία με το διασημότερο μυθιστόρημα του Ούγου Φώσκολου. Η έκδοση αυτού του μυθιστορήματος -που άρχισε από τον συγγραφέα και στη συνέχεια διακόπηκε εξαιτίας της ξαφνικής επιστροφής του στις τάξεις του επαναστατικού στρατού- ολοκληρώθηκε με πολύ άσχημο τρόπο από έναν Μπολονέζο νομικό, ονόματι Άντζελο Σασόλι, που μερικά χρόνια νωρίτερα είχε συμμετάσχει σε μια αποτυχημένη συνωμοσία ενάντια στην ποντιφική διακυβέρνηση. Όταν, πολύ αργότερα, ο Φώσκολος συνειδητοποίησε την εκδοτική κατάχρηση της οποίας ήταν θύμα, αρνήθηκε δημόσια την πατρότητα του έργου και το χαρακτήρισε απόκρυφο. Ωστόσο, παρά τις δηλώσεις αυτές, η άρνησή του ν’ αναλάβει την πατρότητα αυτού του έργου φάνηκε ύποπτη από πολλές πλευρές. Ένα τέτοιο δυσάρεστο φάσμα, αυτή η πρώτη εκδοχή του Όρτις δεν παύει να ξαναεμφανίζεται καθώς μιλάμε για το διάσημο μυθιστόρημα που φέρει τον ίδιο τίτλο, εκδιδόμενο στο Μιλάνο το 1802 και επανεκδιδόμενο στη Ζυρίχη το 1816, σε μια ακόμα ανασχηματισμένη εκδοχή.
Αυτό το δοκίμιο είναι μέρος μιας ευρύτερης μελέτης, η οποία, υπό τον τίτλο Ο Μπολονέζικος Όρτις ανάμεσα στην πολιτική και την λογοκρισία. Ιστορία μιας λογοκριμένης έκδοσης, θα εκδοθεί σύντομα από τις Εκδόσεις Σαλέρνο. Για να προσπαθήσουμε να λύσουμε το ζήτημα της πρώτης έκδοσης του μυθιστορήματος –που συνδέεται επίσης με τα πολιτικά και στρατιωτικά γεγονότα της εποχής– το πρόβλημα της απόδοσης εξετάστηκε σύμφωνα με διαφορετικές προοπτικές: με τη βοήθεια πολυάριθμων τύπων έρευνας καθώς και με την προσφυγή σε υλικά όχι πάντα φιλολογικά (πρακτικά ακροάσεων, βαρυσήμαντοι λόγοι δικηγόρων, επιστολές, γκραβούρες, εικονογραφικά ντοκουμέντα). Με μια ανέκδοτη διαδρομή της ιστορικής εξέτασης και της φιλολογικής έρευνας, καθώς επίσης και με την βοήθεια καινούργιων σημείων, αυτή η μελέτη προσπαθεί να φωτίσει ένα σκοτεινό ακόμα επεισόδιο του έργου, καθώς και της βιογραφίας του Φώσκολου – ένα επεισόδιο που, τοποθετούμενο στην αρχή της καριέρας του, θα καθορίσει τα μελλοντικά του βήματα. Θέτοντας μ’ έναν ριζοσπαστικό τρόπο το πρόβλημα της απόδοσης, αυτή η εργασία εξετάζει τους τρόπους και τους μηχανισμούς της φωσκολικής γραφής για να καταγράψει τα ενδεικτικά δομικά χαρακτηριστικά. Επιπλέον, αυτή η μελέτη μάς οδηγεί να σκεφτούμε τις μεθόδους της απόδοσης, τους μηχανισμούς του επιστολικού μυθιστορήματος του 18ου αιώνα, καθώς επίσης και τη λειτουργία, απλώς, του μυθιστορήματος.
Στο δοκίμιο που προτείνεται εδώ, υπάρχει κατ’ αρχήν ζήτημα ιστορικών γεγονότων που προηγούνται του μυθιστορήματος του νεαρού Φώσκολου. Ειδικότερα, πρόκειται να εξετάσουμε την τραγική υπόθεση της συνωμοσίας Τζαμπόνι – Ντε Ρολάντις (1794) που κατέληξε στο αίμα και που σχετίζεται, μεταξύ των άλλων, με δύο πρόσωπα, συνδεδεμένα στη συνέχεια με τη βιογραφία και το έργο του Φώσκολου: τον Αντόνιο Αλμπίνι, που ήταν δικηγόρος, υπεύθυνος για την υπεράσπιση των κατηγορουμένων και που στη συνέχεια εναντιώθηκε στις δημοκρατίες Τσισπάντανα και Τσιζάλπινα˙ και κυρίως τον Άντζελο Σασόλι, αυτόν τον νομικό που με πολύ αυθαίρετο και ανέντιμο τρόπο, ασχολήθηκε με την έκδοση του μπολονέζικου Όρτις. Η δίκη εναντίον των συνωμοτών, που άρχισε τον Νοέμβρη του 1794, ολοκληρώθηκε τον Αύγουστο του 1795 με την αυτοκτονία του Λουίτζι Τζαμπόνι και τον Απρίλη του 1796 με την εκτέλεση του Τζιοβανμπατίστα ντε Ρολάντις. Την εποχή της συνωμοσίας, ο Φώσκολος μόλις που ήταν έφηβος. Αλλά μερικά χρόνια αργότερα, φτάνοντας στην Μπολόνια τον Απρίλη του 1797 –στιγμή που ακόμα μιλάμε γι’ αυτήν την απόπειρα εξέγερσης, που γιορτάζεται από ’δω και πέρα σαν ένα σημαντικό γεγονός– ο Φώσκολος είχε τη δυνατότητα να γνωρίσει λεπτομερώς την ιστορία αυτής της αποτυχημένης συνωμοσίας και αυτού του επαναστατημένου νεαρού, που επέλεξε να αυτοκτονήσει στο όνομα της ελευθερίας. Εκτός από τις συζητήσεις στα καφενεία και τα σαλόνια της Μπολόνια, εκτός από τους δημόσιους εορτασμούς και τις επιμνημόσυνες επιγραφές, ο Φώσκολος διαθέτει μια ακόμα πιο άμεση πηγή πληροφόρησης: στην πραγματικότητα, από τον Νοέμβρη του 1798 μέχρι τον Φλεβάρη του 1799, ο νεαρός συγγραφέας δούλευε ως βοηθός δικαστικού γραμματέα και ως γραμματέας στο Ποινικό Δικαστήριο της Μπολόνια.
Όπως ξέρουμε, στις Τελευταίες επιστολές του Τζιάκοπο Όρτις εξελίσσονται βαθμηδόν υπαρξιακές και πολιτισμικές εμπειρίες του συγγραφέα, που ήξερε να τις εντάσσει με πολύ εύσχημο τρόπο στα ήδη υπάρχοντα μέρη του βιβλίου. Δεν μας ξαφνιάζει λοιπόν καθόλου που το μυθιστόρημα έχει μερικά ίχνη μπολονέζικων υποθέσεων εκείνης της συγκεκριμένης εποχής κι μιας εξαιρετικά έντονης συγκινησιακής φόρτισης. Είναι κυρίως στην πρώτη εκδοχή του μυθιστορήματος που μπορούμε να αντιληφθούμε την ηχώ˙ δηλαδή στην πραγματοποιημένη εκδοχή ή τουλάχιστο στην ανασχηματισμένη, κατά την διάρκεια της παρουσίας του συγγραφέα στο Δικαστήριο της Μπολόνια. Αλλά η επόμενη εκδοχή του Όρτις φέρει επίσης ίχνη αυτής της συνωμοσίας. Δεν πρόκειται, προφανώς, για κατά λέξη επαναλήψεις των εγγράφων των ανακριτών και της δίκης (κάτι που θα ήταν δύσκολο, δεδομένης της διαφοράς του είδους) αλλά αξίζει καλύτερα να σκεφτούμε τις αφηγηματικές και θεματικές προτάσεις που ενώνονται σ’ αυτό το μεγάλο μυθιστορηματικό κράμα ποικίλων στοιχείων. Το ενδιαφέρον του Σασόλι για τον Όρτις –του οποίου η έκδοση είχε μείνει ατελείωτη εξαιτίας της απρόοπτης αναχώρησης του συγγραφέα– βασίζεται επίσης στη θεματική του βιβλίου, τροφοδοτημένη με πάθη που τού ήταν πολύ γνωστά˙ αδύναμες, βέβαια, ενδείξεις για τον αναγνώστη, αλλά πολύ αισθητές για τους άμεσα εμπλεκόμενους σ’ αυτές τις υποθέσεις. Μια ανέλπιστη τύχη τού έδωσε την ευκαιρία να κρατήσει αυτό το βιβλίο και να το τροποποιήσει κατά βούληση.

Κριστιάν ντελ Βέντο, «Ο νεαρός Φώσκολος και ο ιακωβινισμός», [Christian del Vento, «Le jeune Foscolo et le jacobinisme»]
Για μια παράξενη αναθεώρηση που βύθισε τις ρίζες της στο ρόλο που έπαιξε ο Φώσκολος στην ιταλική κουλτούρα του 19ου αιώνα, η κριτική στη φυσιογνωμία του Ούγου Φώσκολου και στο έργο του εξαρτάται πολύ από τις ξένες αμφισβητήσεις για την ανθρωπιστική και πνευματική του εναλλαγή. Τα πιο πρόσφατα στοιχεία στον ιστοριογραφικό περίγυρο, εντούτοις, ανοίγουν καινούργιες προοπτικές για το περιβάλλον στο οποίο εισάγεται η ιστορική και πνευματική του εμπειρία και προσκαλούν να επανεξετάσουμε το λογοτεχνικό του έργο, ξεπερνώντας τη διχογνωμία που αντιτάσσει τον νεαρό Φώσκολο, μετακινημένο προοδευτικά στις ριζοσπαστικές θέσεις κατά τη διάρκεια της δημοκρατικής τριετίας (1796-1799), και τον ώριμο συγγραφέα των επόμενων χρόνων, απομονωμένον σε μια σκοτεινή πολιτική και ανθρωπολογική απαισιοδοξία και ορμούμενο από μετριοπαθείς θέσεις. Αυτές οι θέσεις επιτρέπουν ακόμα και να προβληθεί μια καινούργια λογοτεχνία του νεαρού Φώσκολου από την λογοτεχνική του εμπειρία κατά τη διάρκεια των ετών που είδαν τη δύση της δημοκρατίας της Βενετίας. Αυτή η εργασία εξετάζει εκ νέου την «καριέρα» του νεαρού Φώσκολου στη Βενετία, προσπαθώντας να ερευνήσει τους κυριότερους προσανατολισμούς στη διαμόρφωσή του και τη σχέση του με το πολιτικό πείραμα της επανάστασης.

Έντσο Νέπι, «Πράξις και λόγος στα νεανικά γραπτά του Φώσκολου», [Enzo Neppi, «Prassi e parola negli scritti giovanili di Foscolo»]
Σ’ αυτή την μελέτη προσπαθήσαμε να εξετάσουμε την φιλοσοφία της πράξεως, την οποία επεξεργάστηκε ο Φώσκολος από το 1795 μέχρι το 1803, αλλά λάβαμε επίσης υπ’ όψιν ορισμένα μεταγενέστερα έργα.
Όταν διαβάσαμε τα γραπτά του Φώσκολου με μια χρονολογική σειρά, εντυπωσιαστήκαμε από μια διακοπή που θα ήταν δύσκολο να χρονολογηθεί ακριβώς, αλλά που βρίσκεται σίγουρα μεταξύ 1799 και 1802. Ο νεαρός Φώσκολος είναι ιακωβίνος και δημοκράτης, εγκωμιάζει την αγροτική μεταρρύθμιση και την ανεξαρτησία της Ιταλίας και φαίνεται πεπεισμένος, ότι ένα είδος Θείας Πρόνοιας εκδηλώνεται στην Ιστορία, ότι η ελευθερία τελικά θα νικήσει την καταπίεση και τον φανατισμό. Ένα θεατρικό έργο όπως ο Θυέστης (Ιανουάριος 1797) δείχνει ωστόσο, ότι η επιρροή του Αλφιέρι παρεκκλίνει ήδη τον Φώσκολο προς μια θυσιαστήρια ερμηνεία (ή αν το προτιμάμε ερμηνεία αυτοκτονίας) της ελευθερίας.
Αλλά είναι μονάχα στον Όρτις 1802, που παράγεται μια πραγματική αλλαγή παραδείγματος. Εκεί, η ιδέα της πρόνοιας έχει στην πραγματικότητα απορριφθεί. Για τον Τζιάκοπο Όρτις, η φύση και η ιστορία κυβερνώνται από τον νόμο του πιο δυνατού, ο κόσμος είναι ένα δάσος άγριων θηρίων, και οι θεοί, αν υπάρχουν, υποκλίνονται μπροστά στους ισχυρούς.
Αντίθετα με τον ρόλο του, ο Φώσκολος δεν παύει από την άλλη να μάχεται για την απελευθέρωση της καταπιεσμένης του πατρίδας. Το όραμά του για την ιστορία και για τη φύση είναι επίσης πιο περίπλοκο και πιο διφορούμενο απ’ αυτό του Τζιάκοπο Όρτις. Ο πολιτισμός, σύμφωνα με την αγόρευση της Παβίας, έχει την καταγωγή του στην ανησυχία και στη θέληση της κυριαρχίας, αλλά είναι επίσης λόγος, νόμος, συλλογική μνήμη: αποτελεί έναν δεσμό αλληλεγγύης μεταξύ των ανθρώπων. Όσον αφορά στη φύση, αυτή ίσως να διέπεται από την αρχή της discordia concors, παραφωνία και καθολική αρμονία συγχρόνως.
Τέτοια θα ήταν εξάλλου η αποστολή ενός συγγραφέα που δεν θα έμενε αδιάφορος στις απαιτήσεις του Καλού και της Αλήθειας: να μην υψώσει τη σημαία ενός απόλυτου Καλού που δεν υπάρχει˙ να καταγγείλει κυρίως τις καταχρήσεις της εξουσίας και τη λαϊκή δημαγωγία˙ να μετριάσει με την ευφράδειά του τις διενέξεις˙ να συμβάλει στην κοινωνική ομόνοια. Άλλοι, πριν από τον Φώσκολο, εξελίχθησαν προς μια αντίληψη μετριοπαθή και ρεφορμιστική της πολιτικής στράτευσης. Με την απόρριψη των εννοιών της προόδου και της ανθρώπινης τελειοποιησιμότητας, ο Φώσκολος (που δεν πιστεύει άλλωστε στην καλοσύνη της ανθρώπινης φύσης) παραμένει μέχρι το τέλος ένας ριζοσπαστικός στοχαστής.

Πιεραντόνιο Φράρε, «Η αδύνατη ειρωνεία: O Έκτος τόμος του Εγώ», [Pierantonio Frare, «L’impossibile ironia: il sesto tomo dell’io»]
Ο Έκτος τόμος του Εγώ αντιπροσωπεύει μια απόπειρα απ’ την πλευρά του Φώσκολου να γράψει ένα μυθιστόρημα τοποθετημένο υπό το στίγμα μιας ειρωνικής απογοήτευσης. Μια τέτοια επιλογή εγγράφεται τέλεια σ’ αυτήν την «επάνοδο» στην ειρωνεία (επάνοδος ρητορική όσο και φιλοσοφική) που αφού ξεκίνησε από τους συγγραφείς του Διαφωτισμού στην Ευρώπη του 18ου αιώνα, επιτυγχάνει την πλήρη ανάπτυξή της στους Γερμανούς ρομαντικούς συγγραφείς συσπειρωμένους γύρω από το περιοδικό Ατένεουμ.
Ο Φώσκολος υιοθετεί στο έργο του στιλιστικές μεθόδους που είναι τυπικές της ειρωνικής γραφής: ο φωτισμός αλλά επίσης ο εξευτελισμός των αφηγηματικών μηχανισμών˙ η προσφυγή στην παράθεση κειμένων συνοδευμένη από μια ανατροπή του νοήματος του λόγου που παραθέτεται˙ η περικοπή και το παράδοξο (που είναι σύμφωνα με τον Φρίντριχ Σλέγκελ, μεταξύ των εννοιών-κλειδιά για την ειρωνεία). Ποιος είναι ο Λορέντζο - συγχρόνως ήρωας κι αφηγητής; Όντας ένας ξεριζωμένος, είναι σε μια υπαρξιακή κατάσταση ιδιαιτέρως ευνοϊκή στην άσκηση της ειρωνείας.
Όταν το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα περάσει στο θέμα του, δηλαδή στην αφήγηση των περιπετειών του Εγώ, ο αφηγητής εγκαταλείπει αυτά τα εργαλεία της ανακλαστικής και ειρωνικής απόσπασης για να ευνοήσει μια ρητορική της παθητικής αναγνώρισης, και να θέσει έτσι μια προσκόλληση περιγραφής στο αντικείμενο, λόγου στο αντικείμενο – εν συντομία, μια διαφάνεια της αλήθειας – που τελειώνει με το να ελαττώνει και να ακυρώνει το χώρο όπου εξελίσσεται και ζει η ειρωνεία. Το γεγονός είναι ότι η ειρωνεία αποκαλύπτεται στον αφηγητή σαν ένας θανάσιμος εχθρός ψευδαισθήσεων, αυτών των ίδιων ψευδαισθήσεων που, τουλάχιστο σ’ αυτήν την φάση της φωσκολιανής ποιητικής, είναι απαραίτητες στο ενεργό Εγώ (που κινδυνεύει με τη σειρά του να συμπέσει με το εμπειρικό Εγώ) περισσότερο ακόμα κι απ’ τον αναγνώστη.
Είναι μ’ αυτόν τον τρόπο που στον Έκτο τόμο του Εγώ βρισκόμαστε σταδιακά μπροστά σε μια ολίσθηση της αρχικά υιοθετούμενης συλλογιστικής και ειρωνικής στάσης, προς έναν τόνο συναισθηματικό και μανιώδη που θα βρει την καταλληλότερη έκβασή του στον Όρτις 1802.
Τέλος, την επιμελημένη έκδοση των Πρακτικών συμπληρώνει η εκτενής βιβλιογραφία για τον Φώσκολο και την Ιταλία στα χρόνια της Γαλλικής Επανάστασης από τους Ζιλ Μπερτράν και Έντσο Νέπι. Το εξώφυλλο των Πρακτικών κοσμείται από τον πίνακα του Νικολά – Αντουάν Τονέ, Εγκατάσταση ενός αγάλματος της [Γαλλικής] Επανάστασης (1793, Συλλογή του Μουσείου της Γαλλικής Επανάστασης στη Βιζίλ).
Κλείνοντας την παρουσίαση αυτής της έκδοσης, δεν μπορούμε παρά να αναφερθούμε στην παντελή απουσία του ελληνικού στοιχείου τόσο από πλευράς συμμετοχής στην Ημερίδα μελετών, όσο και από πλευράς βιβλιογραφικής καταγραφής ελληνικών έργων σχετικών με τον Φώσκολο. Κατά συνέπεια, η Ελλάδα, και συγκεκριμένα η Ζάκυνθος, αναφέρεται στο συλλογικό αυτό έργο ελάχιστες φορές, όπως για παράδειγμα: α) στην εισήγηση των Ζιλ Μπερτράν και Έντζο Νέπι, «Η [Γαλλική] Επανάσταση και η Ιταλία στα χρόνια του Φώσκολου: χρονολογικό σχεδίασμα», όπου διαβάζουμε τα ακόλουθα: «6.2.1778: Ο Νικολό (κατόπιν Ούγο) Φώσκολος γεννιέται στην Ζάκυνθο από την Διαμαντίνα Σπαθή και τον Αντρέα Φώσκολο» κι ακόμα «1789: Η Διαμαντίνα Σπαθή εγκαθίσταται στην Βενετία. Ο Νικολό μένει στην Ζάκυνθο στο σπίτι μιας θείας» και τέλος β) στο οπισθόφυλλο της έκδοσης, όπου γίνεται η αναφορά: «Γεννημένος το 1778 στο Ζάντε (Ζάκυνθος), νησί του Ιονίου κοντά στα Κύθηρα και την Ιθάκη (sic) […] ο Ούγο Φώσκολος – του οποίου η οικογένεια εγκαταστάθηκε στη Βενετία στις αρχές της δεκαετίας του 1790 – είναι ένας από τους πρώτους Ιταλούς ''διανοούμενους'' που δέχθηκε με ενθουσιασμό την εκστρατεία του στρατηγού Βοναπάρτη στην Ιταλία».

Δεν υπάρχουν σχόλια: