Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 1 Μαΐου 2010

Πρωτομαγιάτικο


Παναγιώτη Καποδίστρια

ΟΡΓΙΟ ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑΣ

Πρώτης Μαΐου
όργιο πανίερο
με σκουρκουρίτσες
μυγάκια πεταλούδες
φιδάκια δυσπιστίας


σαλιγκαράκια
αγιόκλημα ευσεβές
κόκκινα τσόφλια
κουνούπια και λαμπρίτσες
πουλιά ευκολόπιστα


κι αν λίγο σκύψεις
πάνω απ' τις βουές θα δεις:
Μαινάδες Φαύνοι
Σιληνοί κλίνουν γόνυ
μπροστά στον Αναστάντα.


[ Ανέκδοτο ακόμη σε βιβλίο]

Παρασκευή 27 Νοεμβρίου 2009

Ρόδα της Δαμασκός








Ρόδα της Δαμασκός…

Ρόδα της Δαμασκός, λευκά ρόδα, πορφύρες ρόδα,
πού είναι τα μύρα, τα θαμπωτικά τα πέταλά σας;
Και τα χιμαιρικά σας τα φτερά και τα τραγούδια,
πουλιά του θρύλου, ρόδινα πουλιά, πουλιά γαλάζια;

Ω χιόνια του παλιού καιρού! οι παιάνες σας φαμφάρες!
Για πάντα καταλύθηκαν τέλη κι αρχές γεννήτρες,
κι αυγή, ουδέ μεταψύχωση ξανά γραφτή δεν είναι:
ω βάλσαμα ακριβά, και αλησμοβότανα και φίλτρα!

Έσπασαν τ’ αναφτέριασμα οι κακότεχνες παγίδες.
Με τη σαΐτα ανάμεσα στα κέρατα, τα λάφια,
στις σπαραχτές των βούκινων κραυγές, τα λάφια εφύγαν.

Κι είμαστε στης Πεντάμορφης το δάσος, που, για πάντα,
άλυτος κι εφτασφράγιστος την περιζώνει ο ύπνος…
Τυφλού ερημόπυργου, κλειστού, θαρρείς κι εμοιάσαμε ίσκιοι.

[Jean Moréas, Μετάφραση: Τέλλος Άγρας]







Τρίτη 10 Νοεμβρίου 2009

Τέσσερα γαλλικά ποιήματα για το Φθινόπωρο

[Ανθολόγηση - Μετάφραση: Δέσποινα Καποδίστρια]


Φθινοπωρινό Τραγούδι

Οι μακρόσυρτοι λυγμοί
Των φθινοπωρινών
Βιολιών
Πληγώνουν την καρδιά μου
Με μια μονότονη
Ατονία.

Με ασφυξία
και χλομιασμένος, όταν
Χτυπάει η ώρα,
Θυμάμαι
Τις παλιές μέρες
Και κλαίω,

Και φεύγω
Στον κακό τον άνεμο
Που με παρασύρει
Εδώ κι εκεί,
Ίδιο με
Ξερόφυλλο.

[Paul Verlaine, Κρόνια ποιήματα, 1866]



Φθινόπωρο

Στην ομίχλη φεύγουν ένας χωρικός στραβοπόδης
Και το βόδι του αργά στην ομίχλη του Φθινόπωρου
Που κρύβει τους συνοικισμούς της φτώχειας και της ντροπής

Και σιγοτραγουδά μακραίνοντας ο χωρικός
Ένα τραγούδι αγάπης κι απιστίας
Για ένα δαχτυλίδι και για μια καρδιά που την ραγίζουν

Ω! Το Φθινόπωρο το Φθινόπωρο σκότωσε το Καλοκαίρι
Μες στην ομίχλη φεύγουν δυο γκρίζες σιλουέτες

[Guillaume Apollinaire, Αλκοόλ, 1913]



Καθαρός Ουρανός

Τον Οκτώβρη αυτόν, ο ήσυχος αέρας
είναι η στοά των ονείρων,
νομίζω αποτελειώνω
ένα έργο αδέξιο,

στεφανωμένος με χλωμή δυστυχία
είμαι όμορφος σαν ένα ρόδο,
το τελευταίο, το χειμωνιάτικο,
στο κατώφλι των μεταμορφώσεων.

Κάτω από το ράκος των εποχών
χτυπά η άτρωτη καρδιά
του αγνού παραλογισμού,
εάν φοβάμαι είμαι ένοχος,

κάθε μέρα ο ουρανός σβήνει
το σκίτσο των μυστικών μου,
είμαι παιχνιδάκι του χώρου
του γεμάτου ανήσυχα τέρατα.

[Henri Thomas, Σημάδι ζωής, 1944]



Φθινόπωρο

Έν’ άλογο σωριάζεται στη μέση μιας αλέας
Τα φύλλα πέφτουν πάνω του
Η αγάπη μας ανατριχιάζει
Κι ο ήλιος επίσης.

[Jacques Prévert, Κουβέντες, 1946]

Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου 2009

Οδυσσέα Ελύτη, Το παράπονο


Εδώ στου δρόμου τα μισά
έφτασε η ώρα να το πω
Άλλα είν' εκείνα που αγαπώ
γι' αλλού γι' αλλού ξεκίνησα

Στ' αληθινά στα ψεύτικα
το λέω και τ' ομολογώ
Σαν να 'μουν άλλος κι όχι εγώ
μες στη ζωή πορεύτηκα

Όσο κι αν κανείς προσέχει
όσο κι αν τα κυνηγά
Πάντα πάντα θα 'ναι αργά
δεύτερη ζωή δεν έχει.

[Τα ρω του έρωτα, 1972]


Πέμπτη 20 Αυγούστου 2009

Νίκου Καββαδία, Οι Εφτά Νάνοι στο s/s CYRENIA


Στην Έλγκα

Εφτά. Σε παίρνει αριστερά, μην το ζορίζεις.
Μάτσο χωράνε σε μια κούφιαν απαλάμη.
Θυμίζεις κάμαρες κλειστές, στεριά μυρίζεις.
Ο πιο μικρός αχολογάει μ' ένα καλάμι.

Γυαλίζει ο Σημ της μηχανής τα δύο ποδάρια.
Ο Ρεκ λαδώνει στην ανάγκη το τιμόνι.
Μ' ένα φτερό ξορκίζει ο Γκόμπυ τη μαλάρια
κι ο στραβοκάνης ο Χαράμ πίττες ζυμώνει.

Απ' το ποδόσταμο πηδάν ως τη γαλέτα.
-Μπορώ ποτέ να σου χαλάσω το χατίρι;
Κόρη ξανθή και γαλανή που όλο εμελέτα
ποιός ρήγα γιός θε να την πιεί σ' ένα ποτήρι;

Ραμάν αλλήθωρε, τρελέ, που λύνεις μάγια,
κατάφερε το σταυρωτό του Νότου αστέρι
σωρός να πέσει, να σκορπίσει στα σπιράγια,
και πες του κάτω από ένα δέντρο να με φέρει.

Ο Τοτ, τού λείπει το ένα χέρι μα όλο γνέθει,
τούτο το απίθανο σινάφι να βρακώσει.
Εσθήρ, ποιά βιβλική σκορπάς περνώντας μέθη;
Ρούθ, δε μιλάς; Γιατί τρεκλίζουμε οι διακόσιοι;

Κουφός ο Σάλαχ, το κατάστρωμα σαρώνει.
- Μ' ένα ξυστρί καθάρισέ με απ' τη μοράβια.
Μα είν' ένα κάτι πιο βαθύ που με λερώνει.
-Γιέ μου, πού πας;- Μάνα, θα πάω με τα καράβια.

Κι έτσι μαζί με τους εφτά κατηφοράμε.
Με τη βροχή, με τον καιρό που μας ορίζει.
Τα μάτια σου ζούνε μια θάλασσα, θυμάμαι...
Ο πιο στερνός μ' έναν αυλό με νανουρίζει.

Colombo 1951
[Τραβέρσο, 1975]


Παρασκευή 7 Αυγούστου 2009

Οδυσσέα Ελύτη, Όλα τα πήρε το καλοκαίρι




Όλα τα πήρε το καλοκαίρι
τ' άγριο μαλλί σου στην τρικυμία
το ραντεβού μας η ώρα μία.
Όλα τα πήρε το καλοκαίρι
τα μαύρα μάτια σου το μαντίλι
την εκκλησούλα με το καντήλι.
Όλα τα πήρε το καλοκαίρι
κι εμάς τους δύο χέρι με χέρι.

Όλα τα πήρε το καλοκαίρι
με τα μισόλογα τα σβησμένα
τα καραβόπανα τα σχισμένα.
Μες στις αφρόσκονες και τα φύκια
όλα τα πήρε τα πήγε πέρα
τους όρκους που έτρεμαν στον αέρα.
Όλα τα πήρε το καλοκαίρι
κι εμάς τους δύο χέρι με χέρι.


[Τα ρω του έρωτα, 1972]

Πέμπτη 14 Αυγούστου 2008

Της Παναγίας


Η ΚΟΙΜΗΣΙΣ

Ι

Ο ίδιος ο μέγας Άγγελος εκείνος
την αγγελίαν οπού της είχε φέρει,
άλλοτε, εκεί στεκόταν, καρτερώντας
να τον δει, κ' είπε: "Ο καιρός ήρθε τώρα
ν' αναληφθείς!" Και τρόμαξεν εκείνη
σαν άλλοτε, και, ταπεινά, όπως δούλη,
πάλι έγειρε την κεφαλή της μπρός του.
Μα απάστραπτεν εκείνος και, κοντά της
άπειρα, σάμπως μες στο πρόσωπό της,
μίκρανε. Και, τους Αποστόλους, που είχαν
φύγει μακρυά, όλους κάλεσεν, αντάμα
στο σπίτι της πλαγιάς να ρθουν: στο σπίτι
του Μυστικού τους Δείπνου. Κ΄ εκείνοι ήρθαν
βαριοί, και μπήκαν μέσα δειλιασμένα:
πάνω εκεί, στο στενό της το κλινάρι
επλάγιαζεν εκείνη, βυθισμένη
κ' αινιγματική, μες στην εκλογή της
και στη δύση της, πάναγνη, σαν κάτι
ανέγγιχτο, τους αγγελικούς ύμνους
γροικώντας. Μα όταν, απ' τα κεριά τους πίσω,
είδε, όλοι να προσμένουν, απ' το πλήθος
των φωνών αποσπάστηκε, και, τότε,
τους χάρισεν από καρδιάς τα δυο της
φουστάνια κ' ύστερα ύψωσε το βλέμμα
(ω πηγή των ανώνυμων δακρύων!)
κ' έναν προς έναν τους εκοίταξε όλους...

Αλλά, εκείνη, μες στην ανημποριά της
επλάγιαζε και τον ουρανόν είχε
στην Ιερουσαλήμ τόσο κοντά φέρει,
που ελάχιστα θα χρειάστηκε η ψυχή της
μόνο, να τανυστεί: Κιόλας, Εκείνος
που γι' αυτή γνώριζε τα πάντα, μέσα,
την ανύψωνε, στην θεϊκή της φύση.

[Ράινερ Μαρία Ρίλκε, Ποιήματα, εκδ. Ηριδανός, Μτφρ. Άρης Δικταίος]

Τρίτη 20 Μαΐου 2008

Οι bloggers παίζουν!


Μετά από την ευγενική πρόσκληση της Νηφάλιας Μέθης, συμμετέχω κι εγώ στο τελευταίο παιχνίδι των bloggers, σύμφωνα με το οποίο, δημιουργούμε μια ανάρτηση με το αυτόγραφό μας! Στη συνέχεια, καλώ να πάρει την σκυτάλη του παιχνιδιού όποιος έχει διάθεση να παίξει!

Τρίτη 5 Φεβρουαρίου 2008

Blogοπαίχνιδο Ποίησης


Μετά από διπλή πρόσκληση (του Πορφύρη και του Νίκου) και με πολλή καθυστέρηση, το ιστολόγιο τούτο γίνεται κρίκος στο blogοπαίχνιδο της Ποίησης. Το ποίημα που προτείνω είναι από την ποιητική συλλογή του Παναγιώτη Καποδίστρια, Έσχατος Φίλος (ιδίοις αναλώμασιν, 2001) και το έργο που κοσμεί την ανάρτηση αυτή είναι λιθογραφία της Άριας Κομιανού. Σύμφωνα με τους όρους του παιχνιδιού, πρέπει να προσκαλέσω τον επόμενο παίχτη/κρίκο αλλά επειδή οι περισσότεροι έχουν ήδη πάρει μέρος και δεν ξέρω ποιον να καλέσω, ας (ξανα)παίξει όποιος έχει διάθεση!
Και τώρα, ας διαβάσουμε:

Θέρος πηχτό
μελισσολόι
κ’ υποψιάζομαι
ποια ξεναγεί με στο Κλουβί μια Σαλεμένη
του γιου της λέει του Πισσωμένου
ποια

Νέα Τετάρτη έπειτα στη Μαχαιρά Μονή
κελλί
(συν κουνούπια πανίερα)
του Αυξεντίου έξι
ώσπου
δόντι χρυσό χαμόγελο
χαράζει απ’ το φεγγίτη.

Παρασκευή 4 Ιανουαρίου 2008

Έργα και Ημέρες της Μαργκερίτ Γιουρσενάρ

[Της Δέσποινας Καποδίστρια.
Αναδημοσίευση από την Ιστορία Εικονογραφημένη, τχ. 475, Ιανουάριος 2008, σελ. 90-93.]

Συμπληρώθηκαν ήδη 20 χρόνια από τον θάνατο της Γαλλοελβετίδας μυθιστοριογράφου Μαργκερίτ Γιουρσενάρ (Marguerite Yourcenar) που υπήρξε μία από της δημοφιλέστερες πεζογράφους του 20ου αιώνα, έχοντας ένα ευρύ κι απαιτητικό αναγνωστικό κοινό παγκοσμίως, και η πρώτη γυναίκα μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας.


Η ζωή και τα πρώτα της λογοτεχνικά βήματα
Η Μαργκερίτ ντε Κραιγιανκούρ γεννήθηκε στις 8 Ιουνίου 1903 στις Βρυξέλες. Η Βελγίδα μητέρα της πέθανε κατά τη γέννησή της κι έτσι η Μαργκερίτ μεγάλωσε με νταντάδες και γκουβερνάντες στον επιβλητικό πύργο της οικογένειάς της στη Βόρεια Γαλλία. O πατέρας της, ο Γάλλος Μισέλ ντε Κραιγιανκούρ ήταν συνήθως απών, καθώς τον κρατούσε απασχολημένο η διπλωματική του καριέρα. Φρόντισε, όμως, ώστε η κόρη του να λάβει άριστη κατ’ οίκον μόρφωση, με έμφαση στα Αρχαία Ελληνικά και τα Λατινικά, γλώσσες τις οποίες η Μαργκερίτ έμαθε άπταιστα.
Σε ηλικία μόλις δεκαέξι ετών η έφηβη Μαργκερίτ θέλησε να εκδόσει το πρώτο της ποιητικό βιβλίο, μια έμμετρη αναφορά στο μύθο του Ικάρου, υπό τον τίτλο Ο κήπος των χιμαιρών (1919). Για να υπογράψει το βιβλίο της αποφασίζει να αλλάξει το όνομά της: έγραψε σε χαρτάκια όλα τα γράμματα του επιθέτου της (Creyancour) κι αφού τα ανακάτεψε, σχημάτισε με κλήρωση το ψευδώνυμό με το οποίο έγινε ευρέως γνωστή (Yourcenar). Αντιθέτως, το μικρό της όνομα προτίμησε να το κρατήσει: «Είναι ένα όνομα που μου αρέσει», έλεγε, «γιατί δεν ανήκει σε καμία εποχή ούτε σε καμία κοινωνική τάξη. Υπήρξε το όνομα μιας βασίλισσας και μπορεί να είναι το όνομα μιας χωρικής»
[1]. Το 1929 επανέρχεται στα γαλλικά γράμματα με τη νουβέλα Αλέξης ή η συγγραφή του μάταιου αγώνα και ακολουθούν Η νέα Ευριδίκη (νουβέλα, 1931), Ο θάνατος οδηγεί τα υποζύγια (νουβέλα, 1934), Ο οβολός του ονείρου (μυθιστόρημα, 1934), Τα Διηγήματα της Ανατολής (νουβέλες, 1937) και Χαριστική βολή (μυθιστόρημα, 1939).

Η εδραίωσή της στον χώρο των Γραμμάτων
Το 1949 εγκαθίσταται μόνιμα στο νησί Μάουντ Ντέζερτ στην πολιτεία Μέιν των Ηνωμένων Πολιτειών, αλλά συνεχίζει να ταξιδεύει σε όλον τον κόσμο. Στο Μάουντ Ντέζερτ, η Γιουρσενάρ θα γράψει το μεγαλύτερο μέρος του έργου που την έκανε παγκόσμια γνωστή, όπως, για παράδειγμα, τα κορυφαία μυθιστορήματά της Αδριανού Απομνημονεύματα (1951) και Έργο στα τυφλά (1968, στα ελληνικά κυκλοφόρησε με τον τίτλο Άβυσσος). Τους ήρωες αυτών των μυθιστορημάτων, τον Αδριανό και τον Ζήνωνα, τους επεξεργαζόταν ήδη από την ηλικία των είκοσι ετών. Με κύριο ήρωα τον Αδριανό, που δεν είναι άλλος από τον Αυτοκράτορα Αδριανό, η Γιουρσενάρ καταφέρνει στα Απομνημονεύματα να συνδέσει την μυθιστορηματική δράση με τις μεταφυσικές σκέψεις και την ιστορική πραγματικότητα. Ο Ζήνωνας του Έργου στα τυφλά είναι ο φιλόσοφος, αλχημιστής και γιατρός που κατά τον 16ο αιώνα αγωνίστηκε ενάντια στον σκοταδισμό, υποστηρίζοντας τις νέες ιδέες και τη γνώση.
Στη συνέχεια, η Γιουρσενάρ βρίσκει πηγή έμπνευσης στην ιστορία της δικής της οικογένειας κι έτσι γράφει την αυτοβιογραφική τριλογία Ο Λαβύρινθος του κόσμου, αποτελούμενη από τα βιβλία Ευλαβικές Αναμνήσεις (1974), Αρχεία του Βορρά (1977) και Τι; Η αιωνιότητα (1988, μετά θάνατον). Στο πρώτο ασχολείται με την οικογενειακή ιστορία της μητέρας της, στο δεύτερο με την ιστορία της οικογένειας του πατέρα της και τέλος, στο τρίτο βιβλίο, το οποίο δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει πριν πεθάνει, περιγράφει τη ζωή της στο αυστηρό περιβάλλον του οικογενειακού πύργου και το εγχείρημα της κατ’ οίκον μόρφωσής της. Κυρίως, όμως, σκιαγραφεί την προσωπικότητα του πατέρα της και την σχέση πατέρα – κόρης γράφοντας για παράδειγμα: «Ο Μισέλ, για να ξεγελάσει τη νοσταλγία του για τη Ριβιέρα και τα καζίνο της, είχε αποφασίσει να περάσει μερικές μέρες στο Ενγκιέν, για να ξαναβρεθεί στο πράσινο, το πράσινο των δέντρων και το πράσινο της τσόχας»
[2] κι ακόμα, «Δεν ξέρω αν αγαπούσα ή όχι εκείνο τον ψηλό κύριο, που ήταν στοργικός χωρίς χαϊδολογήματα, που δεν μου απηύθυνε ποτέ εκδηλώσεις αγάπης και μερικές φορές μου έστελνε ένα καλοσυνάτο χαμόγελο»[3].
Στο έργο της Γιουρσενάρ συγκαταλέγονται, ακόμα, θεατρικά έργα, τα οποία ταξινομούνται σε Θέατρο Ι (Τα του Καίσαρος τω Καίσαρι, Η μικρή σειρήνα και Διάλογος στο τέλμα) και σε Θέατρο ΙΙ (Ηλέκτρα ή η αφαίρεση των προσωπείων, Το μυστήριο της Άλκηστης και Ποιος δεν έχει τον Μινώταυρό του;)

Η Γαλλική Ακαδημία και το τέλος
Το 1980 η Μαργκερίτ Γιουρσενάρ εκλέγεται μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας. Η εκλογή της ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων, οι οποίες στηρίζονταν κατ’ αρχήν στην διάκριση, από πλευράς των συντηρητικών κύκλων, μεταξύ «ανδρικής» και «γυναικείας» λογοτεχνίας, και ύστερα στην προσωπική της ζωή, και κυρίως στην επί σαράντα χρόνια σχέση της με την Γκρέις Φρικ. Στις 22 Ιανουαρίου 1981, η Γιουρσενάρ γίνεται, τελικά, δεκτή στους κόλπους της Ακαδημίας και μένει στην ιστορία ως η πρώτη γυναίκα μέλος του ανώτατου αυτού πνευματικού Ιδρύματος.
Λίγα χρόνια αργότερα, στις 17 Δεκεμβρίου του 1987, η μεγάλη Γαλλοελβετίδα μυθιστοριογράφος πεθαίνει στο Μάουντ Ντέζερτ, αφήνοντας στους αναγνώστες της ένα σημαντικό λογοτεχνικό έργο, στο οποίο συνδυάζει, με την ευρηματική της γραφή, την λεπτότητα με τη διεισδυτικότητα, τον κοσμοπολίτικο αέρα με την ευρυμάθεια, και τις μεταφυσικές σκέψεις με το φιλοσοφικό στοχασμό. Ολόκληρο το προσωπικό της αρχείο, αποτελούμενο από πλήθος επιστολών, φωτογραφιών, αποκομμάτων και σημειώσεων, ταξινομήθηκε και δωρίθηκε από την ίδια στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ, με τον όρο, όμως, να επεξεργαστεί μόνο όταν θα έχουν περάσει πενήντα χρόνια μετά το θάνατό της.

Γιουρσενάρ και Ελλάδα
Η Μαργκερίτ Γιουρσενάρ υπήρξε σπουδαία ελληνίστρια. Η άριστη γνώση της ελληνικής γλώσσας και η αγάπη της για την ελληνική λογοτεχνία, την ώθησαν να μεταφράσει στα γαλλικά, σε συνεργασία με τον Κ. Θ. Δημαρά, ποιήματα του Καβάφη, τα οποία και παρουσίασε στην έκδοση Κριτική παρουσίαση του Κωνσταντίνου Καβάφη (1958). Η Ελλάδα ήταν πάντοτε ένας από τους αγαπημένους προορισμούς της και συνήθιζε να την επισκέπτεται κυρίως την περίοδο 1932-1939, χρόνια κατά τα οποία είχε συνδεθεί με τον Ανδρέα Εμπειρίκο, στον οποίο κι αφιέρωσε τα Διηγήματα της Ανατολής. Στα Διηγήματα της Ανατολής, εξάλλου, η Γιουρσενάρ πραγματεύεται στις τρεις από τις δέκα νουβέλες του βιβλίου ελληνικά θέματα: «Ο άνθρωπος που αγάπησε τις Νεράιδες», «Παναγία η Χελιδονού» και «Αφροδίσια η χήρα». Το 2003, έτος κατά το οποίο η Γαλλία γιόρτασε τα 100 χρόνια από την γέννηση της Γιουρσενάρ, η Ελλάδα συμμετείχε στους εορτασμούς με ημερίδα για τη ζωή και το έργο της μεγάλης συγγραφέως, οργανωμένη από το Πανεπιστήμιο Αθηνών, ενώ το 2000 πραγματοποιήθηκε το συνέδριο «Μαργκερίτ Γιουρσενάρ, συγγραφέας του 19ου αιώνα;», οργανωμένο από το Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Στη χώρα μας κυκλοφορούν εκτός από τα ήδη αναφερθέντα έργα της και τα: Η Σμίλη του χρόνου, Με ανοιχτά τα μάτια, Anna Soror, Γράμματα σε φίλους κι όχι μόνο, Το στεφάνι και η λύρα, Με την επιφύλαξη της εξακρίβωσης, Μισίμα, Σαν το νερό που κυλάει και Φωτιές.

Σημειώσεις
[1] [Ανωνύμου], «Μαργκερίτ Γιουρσενάρ», Οι πρωταγωνιστές του 20ού αιώνα, Το Βήμα/Ιστορία, 2002, σ. 14.
[2] Yourcenar Marguerite, Quoi? L’Éternité, éd. Gallimard (éd. posthume), 1988, (Η μετάφραση του αποσπάσματος είναι δική μας).
[3] [Ανωνύμου], «Μαργκερίτ Γιουρσενάρ (1903-1987). Μια κοσμοπολίτισσα που λάτρεψε την Ελλάδα», 100 Σημαντικές γυναίκες του 20ού αιώνα, εκδ. Marie Claire, 2000, σ. 25.

Τρίτη 25 Δεκεμβρίου 2007

Χριστούγεννα κατά Ντύρερ και Ρίλκε


[Άλμπερχτ Ντύρερ, Η Προσκύνηση των Μάγων, 1504]


Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

Αν την απλότητα δεν είχες, πως σ' εσένα
θα συνέβαινε ό,τι τώρα φωτίζει τη νύχτα;
Ο Θεός, δες, που πάνω από νεφέλες οργιζόταν,
μαλακώνει κ' έρχεται, μέσα σου, στον κόσμο.

Τον φαντάστηκες τάχα πιο μεγάλον;

Μέγεθος τί 'ναι; Δύναμη, μέσα απ' όλα τα μέτρα,
που, ξεπερνώντας τα, την ίσια της ακλουθά κλήρα.
Δρόμο παρόμοιο δεν έχει ουδέ κι' αστέρι.
Βλέπεις; Οι βασιλιάδες τούτοι είναι μεγάλοι

και σου φέρνουνε προς στα γόνατά σου

θησαυρούς που μεγίστους τούς θεωρούσαν,
κ' εσύ εκπλήσσεσαι, ίσως, μπρος σε σωρό τέτοιον-:
μα μια ματιά, μες στου μανδύα σου τις πτυχώσεις
ρίξε, όπου, Εκείνος, τα ξεπέρασε όλα κιόλας:

το κεχριμπάρι, που μακρυά το ταξιδεύουν,

κάθε χρυσαφικό και κάθε μύρο
που φευγαλέο την αίσθησην υγραίνει:
γρήγορη συντομία τα ΄πλασεν όλα τούτα
και, στο τέλος, κανείς το μετανοιώνει.

Αλλά (θα δεις): Αυτός, νιώθει ευφροσύνη.

[Ράινερ Μαρία Ρίλκε, Ποιήματα, εκδ. Κάδμος, μτφρ. Άρης Δικταίος]

Τρίτη 9 Οκτωβρίου 2007

Σαράντα χρόνια χωρίς τον Τσε Γκεβάρα



Νίκου Καββαδία
GUEVARA

Ήτανε ντάλα μεσημέρι κι έδειξε μεσάνυχτα.
Έλεγε η μάνα του παιδιού: "Καμάρι μου, κοιμήσου".
Όμως τα μάτια μείνανε του καθενός ορθάνοιχτα
τότε που η ώρα ζύγιαζε με ατσάλι το κορμί σου.

Λεφούσι ο άσπρος μέρμηγκας, σύννεφο η μαύρη ακρίδα.
Όμοια με τις Μανιάτισσες μοιρολογούν οι Σχόλες.
Λάκισε ο φίλος, ο αδερφός. Πού μ' είδες και πού σ' είδα;
Φυλάει το αλώνι ο Σφακιανός κι ο Αρίδα την κορίδα.

Ποιος το 'λεγε, ποιος το 'λπιζε και ποιος να το βαστάξει.
Αλάργα φεύγουν τα πουλιά και χάσαν τη λαλιά τους.
Θερίζουν του προσώπου σου το εβένινο μετάξι
νεράιδες και το υφαίνουνε να δέσουν τα μαλλιά τους.

Πάνθηρας ακουρμάζεται, θωράει και κοντοστέκει.
Γλείφει τα ρόδα απ' τις πληγές, μεθάει και δυναμώνει.
Ξέρασε η γη τα σπλάχνα της και πήδησαν δαιμόνοι.
Σφυρί βαράει με δύναμη, μένει βουβό το αμόνι.

Πυγολαμπίδες παίζουνε στα μάτια τ' ανοιχτά.
Στ' όμορφο στόμα σου κοιμήθηκε ένας γρύλος.
Πέφτει απ' τα χείλη σου, που ακόμα είναι ζεστά,
ένα σβησμένο cigarillos.

Τ' όνειρο πάει με τον καπνό στον ουρανό,
έσμιξε πια με το καράβι του συννέφου.
Το φως γεννιέται από παντού μα είναι αχαμνό
και τα σκοτάδια το ξεγνέθουν και σου γνέφουν.

Χοσέ Μαρτί, (Κόνδορας πάει και χαμηλώνει,
περηφανεύεται, ζυγιάζεται, θυμάται.
Με τα φτερά του θα σκοτείνιαζ' ένα αλώνι.)
απόψε οι δυο συντροφιαστοί θα πιείτε μάτε.

Φτάνει ο Μπολίβαρ καβαλώντας το σαϊτάρι.
Παραμονεύει ορθή κουλέμπρα γκαστρωμένη.
Βότανα τρίβει η Περουβάνα σε μορτάρι
και μασουλάει φαρμακωμένο μανιτάρι.

Του Λόρκα η κόκκινη φοράδα χλιμιντράει,
μ' αυτός μπλεγμένος στα μετάξινα δεσμά του.
Μακρύ κιβούρι με τον πέτρινο κασμά του
σενιάρει ο φίλος και στο μπόι σου το μετράει.

Γέροντας ναύτης με τα μούτρα πισσωμένα
βάρκα φορτώνει με την πιο φτηνή πραμάτεια.
Έχει τα χέρια από καιρό ψηλά κομμένα.
Κι ήθελε τόσο να σου σφάλαγε τα μάτια.

Σάββατο 8 Σεπτεμβρίου 2007

Αποχαιρετισμός...


ΣΤΗ ΖΑΚΥΝΘΟ

Ωραίο νησί, που απ' το πιο ωραίο λουλούδι
Τ' ολόγλυκο γεννήθηκε όνομά σου,
Πόσες στιγμές πανώριες σαν τραγούδι
Δε φέρνει η θύμηση στ' αντίκρυσμά σου!
Τι ελπίδων στοχασμούς, πόχουν χαθεί!
Ποιας ευτυχίας, που θάφτηκε, τα μάγια!
Ποια οράματα της νιάς, που δε θα 'ρθεί
Ποτέ-ποτέ πια στα χλοερά σου πλάγια!
Ποτέ πια! ω, η μαγεύτρα ηχώ η θλιμμένη!
Δε με μεθά η γητιά σου ποτέ πια-
Ποτέ πια η μνήμη! Γη καταραμένη
Κράζω την άνθινή σου ακρογιαλιά,
Ω, υακίνθινο νησί! Φλογάτο Τζάντε!
"Isola d' oro! Fior di Levante!"

[Έντγκαρ Άλλαν Πόε, "Στη Ζάκυνθο", Μτφρ. Νίκος Σημηριώτης]

Παρασκευή 31 Αυγούστου 2007

Η ποίηση ανθεί και στο Γκουαντάναμο

Από την Deutche Welle πληροφορούμαστε ότι η ποίηση ανθεί και εντός των φυλακών του Γκουαντάναμο. Ο Μαρκ Φέιλκοφ, δικηγόρος των κρατουμένων της φυλακής, συγκέντρωσε 40 ποιήματα γραμμένα από τους κρατούμενους και κατάφερε πρόσφατα να εκδόσει τα 22 από αυτά. Στα ποιήματα τους, οι 17 κρατούμενοι-ποιητές εκφράζουν συναισθήματα όπως μελαγχολία, θλίψη και οργή, κυρίως όμως εκφράζουν τη νοσταλγία τους για την ζωή εκτός φυλακής, την οικογένεια και τους φίλους. Πουθενά στα ποιήματα δεν γίνεται λόγος για τις συνθήκες κράτησης των 360 κρατουμένων, την χωρίς δίκη φυλάκιση στο Γκουαντάναμο ή τα βασανιστήρια. Ο Μάρκ Φέιλκοφ υποστηρίζει ότι ο καθένας πρέπει να διαβάσει αυτά τα ποιήματα καθώς έτσι "μπορεί κανείς να συνειδητοποιήσει πως οι κρατούμενοι είναι και αυτοί άνθρωποι και ότι όσο και αν προσπαθούν να τους φιμώσουν, εκείνοι έχουν κάτι να μας πουν. Εφ’ όσον ως τώρα δεν είχαν τη δυνατότητα να παρουσιαστούν σε δικαστήριο, ώστε να ακουστούν, χρησιμοποίησαν το δρόμο της ποίησης ως εναλλακτική λύση και έτσι προέκυψε και η ιδέα έκδοσης ενός βιβλίου".
Το εγχείρημα του Φέιλκοφ δεν ήταν, βέβαια, εύκολο, αφού το Πεντάγωνο, φοβούμενο ότι τα εν λόγω ποιήματα εκφράζουν κρυφά μηνύματα κι έχουν αλληγορική σημασία, χρειάστηκε ενάμισι χρόνο μέχρι να του παραχωρήσει την άδεια δημοσίευσης τους. Επιπροσθέτως, το Υπουργείο Άμυνας των ΗΠΑ φοβάται ότι η ποίηση στο Γκουαντάναμο είναι ένας νέος, έμμεσος τρόπος για την συνέχιση της τρομοκρατικής δραστηριότητας των κρατουμένων και παραχώρησε την άδεια δημοσίευσης τους μόνο στα αγγλικά, αφού η πολυσημία του αραβικού λεξιλογίου κρίνεται επικίνδυνη.
Σαν δείγμα γραφής ας διαβάσουμε ένα ποίημα του 33χρονου Αντ-Ντοσσαρί, κρατούμενου στο Γκουαντάναμο πάνω από πέντε χρόνια, από τα οποία τα τέσσερα τελευταία σε τελεία απομόνωση, έχοντας κάνει δώδεκα απόπειρες αυτοκτονίας.


ΘΑΝΑΤΟΣ

Πάρε το σώμα μου
Πάρε το σάβανο και τα απομεινάρια του κορμιού μου
Πάρε φωτογραφίες από το πτώμα μου
Μονάχο μες στον τάφο

Στείλ’ τα στον κόσμο
Στείλ’ τα στους δικαστές
Σε όσους έχουν συνείδηση
Στείλ’ τα σε όσους έχουν αρχές και είναι δίκαιοι

Κι ας σηκώσουν εκείνοι το βάρος της ενοχής στο εδώλιο του κόσμου,
την αθώα ψυχή,
Ας σηκώσουν εκείνοι το βάρος
κάτω από των παιδιών τους το βλέμμα,
της ιστορίας το βλέμμα
Το βάρος της αδικοχαμένης, της αναμάρτητης ψυχής
Της ψυχής που βασανίστηκε στα χέρια
Όσων δήθεν προστατεύουν την ειρήνη.

Πέμπτη 30 Αυγούστου 2007

Μικρό ανθολόγιο Γαλλικής Ποίησης ΙΙ


[Σε περιμένω]

Δεν κοιμάμαι Τζώρτζια
Πετάω βέλη μες στη νύχτα Τζώρτζια
περιμένω Τζώρτζια
Η φωτιά είναι όπως το χιόνι Τζώρτζια
Η νύχτα είναι γειτόνισσά μου Τζώρτζια
Ακούω τους θορύβους όλους ανεξαιρέτως Τζώρτζια
βλέπω τον καπνό που ανεβαίνει και φεύγει Τζώρτζια
περπατώ αθόρυβα μες στη σκιά Τζώρτζια
τρέχω ορίστε ο δρόμος τα προάστια Τζώρτζια
Ορίστε μια πόλη που είναι η ίδια
και που δεν την ξέρω Τζώρτζια
βιάζομαι ορίστε ο άνεμος Τζώρτζια
και το κρύο και η σιωπή και ο φόβος Τζώρτζια
φεύγω Τζώρτζια
τρέχω Τζώρτζια
τα σύννεφα είναι χαμηλά θα πέσουν Τζώρτζια
απλώνω τα χέρια Τζώρτζια
δεν κλείνω τα μάτια Τζώρτζια
φωνάζω Τζώρτζια
κραυγάζω Τζώρτζια
φωνάζω Τζώρτζια
σε φωνάζω Τζώρτζια
Μήπως έρθεις Τζώρτζια
σε λίγο Τζώρτζια
Τζώρτζια Τζώρτζια Τζώρτζια
Τζώρτζια
δεν κοιμάμαι Τζώρτζια
σε περιμένω
Τζώρτζια

[Philippe Soupault, Τζώρτζια, 1926]


Ο φαροφύλακας αγαπάει πολύ τα πουλιά

Πουλιά κατά χιλιάδες πετούν προς τη φωτιά
κατά χιλιάδες πέφτουν κατά χιλιάδες χτυπούν
κατά χιλιάδες τυφλωμένα κατά χιλιάδες αναίσθητα
κατά χιλιάδες πεθαίνουν

Ο φύλακας δεν μπορεί ν' αντέξει τέτοια πράγματα
τ' αγαπάει πολύ τα πουλιά
λέει λοιπόν Δε βαριέσαι δε με νοιάζει!

Και τα σβήνει όλα

Μακριά ένα φορτηγό πλοίο βουλιάζει
ένα φορτηγό πλοίο ερχόμενο απ'τα νησιά
ένα φορτηγό πλοίο με πουλιά
χιλιάδες πουλιά των νησιών
χιλιάδες πνιγμένα πουλιά.

[Jacques Prévert, Ιστορίες, 1946]


Σ' όλες τις χώρες

Μεταξύ ζωής και θανάτου
σ' όλες τις χώρες
συμβαίνει μια κοπέλα
να γδύνεται για να φανεί
όταν φεύγει απ' το δωμάτιο
η ομορφιά της
αφήνει χώρο στην ηρεμία
καμιά φορά
τα χέρια αυτού που φοβάται το τέλος του
σπάζουν μες στο μαύρο της σιωπής
να συγκρατήσουν την ελπίδα.

[Jean Follain, Σύμφωνα μ' όλα, 1967]

[Ανθολόγηση - Μετάφραση: Δέσποινα Καποδίστρια]

Τρίτη 28 Αυγούστου 2007

Ρέκβιεμ για τα χαμένα μας δάση

Το ελατοδάσος έξω από τη Βυτίνα


ΓΙΑ ΝΑ 'ΝΑΙ ΤΟ ΔΑΣΟΣ

Για να 'ναι το δάσος περήφανο
Η ηλικία του χρειάζεται και το άπειρο
Μην πεθαίνεται τόσο γρήγορα φίλοι
Των προγευμάτων κάτω απ' το χαλάζι
Έλατα που κοιμάστε στο κρεβάτι μας
Τα βήματά μας στα χορτάρια διαιωνίστε.

[Ρενέ Σαρ, "Για να 'ναι το δάσος", Μτφρ. Τάκης Σινόπουλος]

Δευτέρα 27 Αυγούστου 2007

Στο Θέατρο του Παραλόγου όλα πήραν φωτιά



Φωτογραφίες από το www.ethnos.gr

Καθώς δε βρίσκω λόγια να περιγράψω τις φωτογραφίες που προηγήθηκαν, δανείζομαι και μεταφράζω τις κουβέντες του Πυροσβέστη, από το θεατρικό έργο του Ευγένιου Ιονέσκο, Η φαλακρή τραγουδίστρια (1949). Ορίστε, λοιπόν, που το Θέατρο του Παραλόγου περιγράφει πλήρως το μέγεθος της καταστροφής, που συντελείται αυτές τις μέρες στην Ελλάδα:

[...]
Μια πέτρα πήρε φωτιά
Ο πύργος πήρε φωτιά
Το δάσος πήρε φωτιά
Οι άνδρες πήραν φωτιά
Οι γυναίκες πήραν φωτιά
Τα πουλιά πήραν φωτιά
Τα ψάρια πήραν φωτιά
Το νερό πήρε φωτιά
Ο ουρανός πήρε φωτιά
Η στάχτη πήρε φωτιά
Ο καπνός πήρε φωτιά
Η φωτιά πήρε φωτιά
Όλα πήραν φωτιά
Πήραν φωτιά, πήραν φωτιά.

Παρασκευή 24 Αυγούστου 2007

"Ο αρχαίος Αγροφύλαξ" του Παναγιώτη Καποδίστρια


Από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης, κυκλοφόρησε, πριν λίγες ημέρες η όγδοη ποιητική συλλογή του Παναγιώτη Καποδίστρια, με τίτλο Ο αρχαίος Αγροφύλαξ.
Το βιβλίο περιλαμβάνει τις ενότητες "Θεωρία της εικόνας", "Αντι-ποιήσεις λόγω Ιράκ 2003", "Ο καθρέφτης προτιμάει σκοτάδι", "Επτά βενετσιάνικα ποιήματα" και "Ζωύφια ζωής". Την συλλογή κοσμεί προμετωπίδα του ζωγράφου Διονύση Παπαδάτου.
Ακολουθεί ένα δείγμα γραφής:

ΑΝΑΚΟΥΦΙΣΗ

Σκυλιά της νύχτας
αλυχτούν τις μέρες μας τις αλλόκοτες
πριν αποκάμουν

μάτια της γάτας
συνοδίτες μας εμπυρότατοι
συνήθως ύποπτοι

κι αφουγκράζομαι

τον Γελίμερο καταζητούμενο
να εκλιπαρεί ακόμη
για μια κιθάρα
ένα καρβέλι ψωμί
κι ένα σφουγγάρι

αυτός
ο ύστατος των Βανδάλων βασιλιάς
στοιχείο κοσμητικό κι αξιοθέατο
στον θρίαμβο του Βελισάριου τον πανεύφημο.

Σάββατο 18 Αυγούστου 2007

Μικρό ανθολόγιο Γαλλικής Ποίησης Ι


Οι προσεγγίσεις της αγάπης και του φιλιού

Σταματά στην όχθη των ρυακιών Τραγουδά
Τρέχει Βγάζει μια κραυγή διαρκείας προς τον ουρανό
Το φουστάνι της είναι ανοιχτό πάνω στον παράδεισο
Είναι απόλυτα γοητευτική
Ταρακουνά ένα κλαδί πάνω από τα κυματάκια
Περνά με βραδύτητα το λευκό της χέρι στο καθαρό της μέτωπο
Ανάμεσα στα πόδια της τρέχουν οι νυφίτσες
Μες στο καπέλο της κάθεται το κυανό.

[Louis Aragon, Η αέναη κίνηση, 1925]



Φως

Μια μικρή πανάδα γυαλίζει ανάμεσα στα μάτια που ανοιγοκλείνουν. Το δωμάτιο είναι άδειο και τα παντζούρια ανοίγουν μες στη σκόνη. Είναι η μέρα που μπαίνει ή κάποια ανάμνηση που κάνει τα μάτια σου να κλαίνε. Το τοπίο του τοίχου –ο ορίζοντας από πίσω- η μνήμη σου σε αναταραχή κι ο ουρανός πιο κοντά τους. Υπάρχουν δέντρα και σύννεφα, κεφάλια που περνούν και χέρια πληγωμένα από το φως. Και μετά είναι μια κουρτίνα που πέφτει και τυλίγει όλα τα σχήματα μες στη νύχτα.

[Pierre Reverdy, Πλειοψηφία χρόνου, 1945]



Όντας υπόλογος

Βλέπω, ακούω, μιλάω
Βλέπω για τους μουγκούς
Ακούω για τους τυφλούς
Μιλάω για τους κωφούς

Ο κόσμος που είναι ο κόσμος
-Τυφλός, κωφός, μουγκός-
Πάω όπου μένω
Αλλά δεν τρέμω
πια

[Claude Sernet, Τα ξαναμετρημένα βήματα, 1962]


[Ανθολόγηση - Μετάφραση: Δέσποινα Καποδίστρια]

Πέμπτη 16 Αυγούστου 2007

Μέσα στο σιωπηλό δάσος


Δεν είσαι μεγάλο δάσος, αλλά ένα δασάκι μικρό. Για μένα, όμως, είσαι πολύτιμο. Σήμερα, κάηκε κι όση Πεντέλη είχε απομείνει. Φέτος, έχουνε καεί κι οι πέτρες. Κι εσύ μικρό μου δάσος, στέκεις ακόμα! Μην τους αφήσεις να σε κάνουν στάχτη. Άντεξε για ν' αντέξουμε κι εμείς! Μην τους αφήσεις να σε κάψουν, κι εγώ θα περπατήσω στη σκιά σου και θα σου απαγγείλω ψιθυριστά:

ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΣΙΩΠΗΛΟ ΔΑΣΟΣ


Μέσα στο σιωπηλό δάσος, δεν ήρθε ακόμα η νύχτα και η θύελλα της θλίψης δεν έχει προσβάλει ακόμα τα φύλλα. Μέσα στο σιωπηλό δάσος όπου οι Δρυάδες έχουνε φύγει, οι Δρυάδες δε θα ξανάρθουνε πια.
Μέσα στο σιωπηλό δάσος, το ρυάκι δεν έχει πια κύματα, μια κι ο χείμαρρος κυλάει χωρίς νερό σχεδόν και γυρίζει.
Μέσα στο σιωπηλό δάσος, υπάρχει ένα δέντρο μαύρο σαν το μαύρο, και πίσω από το δέντρο υπάρχει ένας θάμνος που έχει τη μορφή κεφαλιού και που φλέγεται, και που φλέγεται από αιμάτινες και χρυσές φλόγες.
Μέσα στο σιωπηλό δάσος όπου οι Δρυάδες δε θα ξανάρθουνε πια, υπάρχουν τρία μαύρα άλογα, που είναι τ' άλογα των μάγων βασιλιάδων, κι οι μάγοι βασιλείς δεν είναι πια επάνω στ' άλογά τους ούτε αλλού, κι αυτά μιλάνε σαν άνθρωποι.

[Μαξ Ζακόμπ, "Μέσα στο σιωπηλό δάσος", Μτφρ. Τάσος Κόρφης]